Powered By Blogger

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ...

Σκέφτηκα τις φίλες μου την Αγγελική , την Ράνια ακόμα και την πρώην γυναίκα μου την Αννα που είχαν περάσει κάποιες παρόμοιες σχέσεις που τις είχαν σημαδέψει. Τελικά όταν μας λένε γουρούνια εννοούν ότι δεν έχουμε αισθήματα, η ότι ξεπερνάμε πιο εύκολα σχέσεις και παρελθόν;
Δοκίμασα να κάνω μια αναδρομή στις δικές μου σχέσεις. Δεν βρήκα ειλικρινά μια που να την έχω κοροϊδέψει, η να έχω υποσχεθεί κατι και να μην το τήρησα. Δεν λέω ότι είμαι τέλειος αλλά πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τον άλλο σαν ομότιμο μέσα στην σχέση και όχι ανταγωνιστικά; Ο φίλος μου ο Μήτσος που το είχαμε συζητήσει μια φορά μου ειχε πει, ότι έχω βρει τον κωδικό που ξεκλειδώνει κάθε γυναικεία άμυνα. Συμφωνώ, αλλά δεν τον έχω κρατήσει για μένα. Το έχω πει σε όλο τον κόσμο. Και είναι το εξής: Μην προσπαθείτε ποτέ να εντυπωσιάσετε μια γυναίκα, προσπαθήστε να καταλάβετε ποια είναι η ανάγκη της. Τι θέλει πραγματικά, τι της λείπει απ την ζωή της.
Ερωτεύεσαι κάποια η κάποιον γιατι σου συμπληρώνει αυτό που σου λείπει απ την ζωή σου, όχι επειδή προσθέτει σε κατι που ήδη έχεις.
Εξάλλου τι είναι αυτό που όλοι λέμε; “Βρήκα το έτερον μου ημισυ” δηλαδή αυτό που μου λείπει για να δημιουργήσω την ολοκληρωμένη μονάδα. Άτιμα μαθηματικά, ακόμα και στον έρωτα έχουν εφαρμογή.
Γιατί ρε γαμώτο τα βλέπω τόσο απλά και ξεκάθαρα και δεν μπορούν να τα δουν και οι άλλοι; Πόσο δύσκολο είναι να βάλουμε φίλτρα στην λογική και να ξεχωρίζουμε τι είναι αυτό που μας χαλάει και αυτό που μας φτιάχνει;

Από τις σκέψεις και την κουβεντούλα που είχα σκαρώσει με τον εαυτό μου με έβγαλε το τηλέφωνο που χτύπαγε. Κοίταξα ποιος καλούσε και απάντησα αμέσως.
“έλα ρε καβλοπιστολο τι κάνεις;”
“μεσιε κωνσταντάν είσαι έτοιμος;” ήταν ο αρραβωνιάρης, ο Μήτσος.
“γιατί που θα πάμε;”
“καλά ρε δεν είπαμε να πάμε Λουτράκι;”
“είπες δεν είπαμε”
“καλά άσε τις μαλακίες και ετοιμάσου, έχω προαίσθημα”
“και την άλλη φορά είχες αλλά ακουμπήσουμε από διακοσιαπενηντα”
“ναι αλλά φορτώσαμε και τα δυο μελαχρηνα που είχαν ξεμείνει, να είσαι δίκαιος, όταν με κρίνεις γιατι πληγώνομαι”
Είχαμε ένα σύστημα. Παίρναμε από διακοσιαπενηντα ο καθένας αφήναμε κάρτες και πορτοφόλια σπίτι και ότι γινόταν. Η τα χάναμε η κερδίζαμε. Τρεις φορές είχαμε πάει μέχρι τώρα και μια είχαμε πατώσει εντελώς, μια στα λεφτά μας και μια ειχε κερδίσει χίλια εκατό ο μητσος και εξακόσια εγώ.
Το ξανασκεφτηκα στα γρήγορα, το πιπινιον δεν θα ερχόταν, τα παιδιά σαββατο θα τέλειωναν αργά, άρα...
“οκευ ρε μούργο. Σε μια ώρα περνάω να σε πάρω.”
Η διαδρομή μέχρι το Λουτράκι κύλησε πολύ ευχάριστα και με τις απορίες του Μήτσου για την Αντα,που του είχα πει περιληπτικά τι ειχε παιχτει.Απορίες όπως κάθε φυσιολογικού άντρα. Σεξουαλικές φύσεως. Η βραδυά κύλησε ευτυχώς κερδοφόρα και το ξημέρωμα μας βρήκε να τρώμε ένα δυναμωτικό και ακρως τονωτικό πρωινό στο καταπληκτικό μπουφέ εστιατόριο του καζίνου Λουτρακιου. Μια προσεκτική ματιά, ήταν οντως πολύ ενδιαφέρουσα. Μπορούσες να δεις ποιος έχασε και έφευγε, ποιος έχανε και ετοιμαζόταν να ξαναπάει να παίξει, τον παπουλη που εκτελούσε χρέη μέγα χορηγού στην ξανθιά που κολοτριβοταν δίπλα του. Και φυσικά υπήρχαν και πρόσωπα γελαστά που πρόδιδαν το κέρδος ,όπως τα δικά μας. Καθώς ειχε πάει ήδη οχτώ η ώρα παρακινώ τον Μήτσο να την κάνουμε σιγά σιγά. Όπως συνήθως πήγαμε πρώτα στο Ν. Ηράκλειο στο σπίτι του, κοιμηθήκαμε ένα δίωρο και κατά τις δώδεκα αφού ήπιαμε τα καφεδακια μας και σχολιασαμε το προηγούμενο βράδυ πήρα τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι μου.
Κυριακάτικη διαδρομή στην παραλιακή Ιούλιο μήνα. Μια εποχή που η λεωφόρος δικαίωνε την ύπαρξή της. Όλος ο κόσμος ειχε γίνει μια πολύβουη και πολύχρωμη σειρά από αυτοκίνητα που έψαχναν να βρουν την θέση τους στο μεγάλο παζλ που κάθε τέτοια εποχή δημιουργούσαν.
Κατά βάθος τσαντιζόμουν γιατι όλος αυτός ο κόσμος μας έβγαζε εμάς τους μόνιμους κάτοικους απ το βόλεμα μας. Ακόμα και στην πολυκατοικία είχα πρόβλημα. Ολόκληρο τον χειμώνα υπήρχαν μόνο δυο διαμερίσματα, το δικό μου και στο ισόγειο του κυρ-Φώτη με την γυναίκα του, που ήμασταν μόνιμοι κάτοικοι. Το καλοκαίρι άρχιζε η άφιξη των επιταφειων όπως τους είχα ονομάσει. Μέσος όρος ηλικίας με το ένα πόδι στον τάφο. Μετά απ την αφεντιά μου , ο πιο μικρός ήταν ο κυρ-Φώτης που ήταν εξήντα οχτώ, και τον είχαν ταράξει όλες οι γριές στην αγγαρεία. Και το πιο κακό ήταν ότι ήταν όλες χήρες. Τόσες γριές χήρες μαζεμένες δεν βρίσκεις πουθενά αλλού. Θυμάμαι όταν έμαθαν ότι μένω μόνιμα εκεί μόνο παρτυ που δεν έκαναν, γιατι ο θεός τους έστειλε και δεύτερο σκλάβο. Άλλαζα λάμπες, κουβαλούσα τσάντες, πήγαινα φαρμακείο, με λίγα λάγια με είχαν ξεσκίσει. Αλλά και στα παράπονα τους ήταν πρωταθλήτριες. Δεν έκαναν πίσω ποτέ. Λίγο η μουσική παραπάνω , λίγο ο Θωμάς να φώναζε, λίγο το ένα λίγο το άλλο πάντα έβρισκαν κατι να φωνάξουν. Μόνο η κυρά-Βάσω που έμενε ακριβώς από κάτω μου ήταν πιο προσιτή. Ένα βράδυ μάλιστα, που ειχε διανυκτερεύσει μια “ξαδερφούλα” , φώναζε τόσο πολύ, που την άλλη μέρα το σκεφτόμουν να βγω έξω. Ώσπου χτυπάει το κουδούνι, και βλέπω τι; την κυρα-Βάσω με ένα πιάτο που ειχε τέσσερα κοματια σπανακόπιτα, και ένα πελώριο χαμόγελο όλο υπονοούμενα.
“ξυπνήσατε Κωστή μου;”
“ναι , και θέλω να ζητήσω συγνώμη αν χτες , σας ανησυχήσαμε λιγάκι”
“αχ και να ξερες τι μου θύμισες, είπε γελώντας και συμπλήρωσε, έκανα πιτουλα με χόρτα και σκέφτηκα ότι θα χετε κουραστεί και είπα να σας φέρω λιγάκι”
“δεν ήταν ανάγκη, αλλά χίλια ευχαριστώ”
“να σαι καλά αγόρι μου και μην ακούς κανέναν, ζήσε όσο καλύτερα μπορείς, γιατι μέρα που περνάει δεν ξαναγυρίζει. Άντε φάτε τη τώρα που είναι ζεστή”, εν.ω παράλληλα το μάτι της κοιταζε πάνω απο τον ώμο μου να δεί ποιά εκανε την φασαρία.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ ΚΩΣΤΑ!
ΕΥΧΟΜΑΙ ΣΥΝΤΟΜΑ ΝΑ ΤΟ ΚΡΑΤΑΩ ΣΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ....
Η ΦΙΛΗ ΣΟΥ Η ΡΑΝΙΑ!