Σκέφτηκα τις φίλες μου την Αγγελική , την Ράνια ακόμα και την πρώην γυναίκα μου την Αννα που είχαν περάσει κάποιες παρόμοιες σχέσεις που τις είχαν σημαδέψει. Τελικά όταν μας λένε γουρούνια εννοούν ότι δεν έχουμε αισθήματα, η ότι ξεπερνάμε πιο εύκολα σχέσεις και παρελθόν;
Δοκίμασα να κάνω μια αναδρομή στις δικές μου σχέσεις. Δεν βρήκα ειλικρινά μια που να την έχω κοροϊδέψει, η να έχω υποσχεθεί κατι και να μην το τήρησα. Δεν λέω ότι είμαι τέλειος αλλά πόσο δύσκολο είναι να βλέπεις τον άλλο σαν ομότιμο μέσα στην σχέση και όχι ανταγωνιστικά; Ο φίλος μου ο Μήτσος που το είχαμε συζητήσει μια φορά μου ειχε πει, ότι έχω βρει τον κωδικό που ξεκλειδώνει κάθε γυναικεία άμυνα. Συμφωνώ, αλλά δεν τον έχω κρατήσει για μένα. Το έχω πει σε όλο τον κόσμο. Και είναι το εξής: Μην προσπαθείτε ποτέ να εντυπωσιάσετε μια γυναίκα, προσπαθήστε να καταλάβετε ποια είναι η ανάγκη της. Τι θέλει πραγματικά, τι της λείπει απ την ζωή της.
Ερωτεύεσαι κάποια η κάποιον γιατι σου συμπληρώνει αυτό που σου λείπει απ την ζωή σου, όχι επειδή προσθέτει σε κατι που ήδη έχεις.
Εξάλλου τι είναι αυτό που όλοι λέμε; “Βρήκα το έτερον μου ημισυ” δηλαδή αυτό που μου λείπει για να δημιουργήσω την ολοκληρωμένη μονάδα. Άτιμα μαθηματικά, ακόμα και στον έρωτα έχουν εφαρμογή.
Γιατί ρε γαμώτο τα βλέπω τόσο απλά και ξεκάθαρα και δεν μπορούν να τα δουν και οι άλλοι; Πόσο δύσκολο είναι να βάλουμε φίλτρα στην λογική και να ξεχωρίζουμε τι είναι αυτό που μας χαλάει και αυτό που μας φτιάχνει;
Από τις σκέψεις και την κουβεντούλα που είχα σκαρώσει με τον εαυτό μου με έβγαλε το τηλέφωνο που χτύπαγε. Κοίταξα ποιος καλούσε και απάντησα αμέσως.
“έλα ρε καβλοπιστολο τι κάνεις;”
“μεσιε κωνσταντάν είσαι έτοιμος;” ήταν ο αρραβωνιάρης, ο Μήτσος.
“γιατί που θα πάμε;”
“καλά ρε δεν είπαμε να πάμε Λουτράκι;”
“είπες δεν είπαμε”
“καλά άσε τις μαλακίες και ετοιμάσου, έχω προαίσθημα”
“και την άλλη φορά είχες αλλά ακουμπήσουμε από διακοσιαπενηντα”
“ναι αλλά φορτώσαμε και τα δυο μελαχρηνα που είχαν ξεμείνει, να είσαι δίκαιος, όταν με κρίνεις γιατι πληγώνομαι”
Είχαμε ένα σύστημα. Παίρναμε από διακοσιαπενηντα ο καθένας αφήναμε κάρτες και πορτοφόλια σπίτι και ότι γινόταν. Η τα χάναμε η κερδίζαμε. Τρεις φορές είχαμε πάει μέχρι τώρα και μια είχαμε πατώσει εντελώς, μια στα λεφτά μας και μια ειχε κερδίσει χίλια εκατό ο μητσος και εξακόσια εγώ.
Το ξανασκεφτηκα στα γρήγορα, το πιπινιον δεν θα ερχόταν, τα παιδιά σαββατο θα τέλειωναν αργά, άρα...
“οκευ ρε μούργο. Σε μια ώρα περνάω να σε πάρω.”
Η διαδρομή μέχρι το Λουτράκι κύλησε πολύ ευχάριστα και με τις απορίες του Μήτσου για την Αντα,που του είχα πει περιληπτικά τι ειχε παιχτει.Απορίες όπως κάθε φυσιολογικού άντρα. Σεξουαλικές φύσεως. Η βραδυά κύλησε ευτυχώς κερδοφόρα και το ξημέρωμα μας βρήκε να τρώμε ένα δυναμωτικό και ακρως τονωτικό πρωινό στο καταπληκτικό μπουφέ εστιατόριο του καζίνου Λουτρακιου. Μια προσεκτική ματιά, ήταν οντως πολύ ενδιαφέρουσα. Μπορούσες να δεις ποιος έχασε και έφευγε, ποιος έχανε και ετοιμαζόταν να ξαναπάει να παίξει, τον παπουλη που εκτελούσε χρέη μέγα χορηγού στην ξανθιά που κολοτριβοταν δίπλα του. Και φυσικά υπήρχαν και πρόσωπα γελαστά που πρόδιδαν το κέρδος ,όπως τα δικά μας. Καθώς ειχε πάει ήδη οχτώ η ώρα παρακινώ τον Μήτσο να την κάνουμε σιγά σιγά. Όπως συνήθως πήγαμε πρώτα στο Ν. Ηράκλειο στο σπίτι του, κοιμηθήκαμε ένα δίωρο και κατά τις δώδεκα αφού ήπιαμε τα καφεδακια μας και σχολιασαμε το προηγούμενο βράδυ πήρα τον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι μου.
Κυριακάτικη διαδρομή στην παραλιακή Ιούλιο μήνα. Μια εποχή που η λεωφόρος δικαίωνε την ύπαρξή της. Όλος ο κόσμος ειχε γίνει μια πολύβουη και πολύχρωμη σειρά από αυτοκίνητα που έψαχναν να βρουν την θέση τους στο μεγάλο παζλ που κάθε τέτοια εποχή δημιουργούσαν.
Κατά βάθος τσαντιζόμουν γιατι όλος αυτός ο κόσμος μας έβγαζε εμάς τους μόνιμους κάτοικους απ το βόλεμα μας. Ακόμα και στην πολυκατοικία είχα πρόβλημα. Ολόκληρο τον χειμώνα υπήρχαν μόνο δυο διαμερίσματα, το δικό μου και στο ισόγειο του κυρ-Φώτη με την γυναίκα του, που ήμασταν μόνιμοι κάτοικοι. Το καλοκαίρι άρχιζε η άφιξη των επιταφειων όπως τους είχα ονομάσει. Μέσος όρος ηλικίας με το ένα πόδι στον τάφο. Μετά απ την αφεντιά μου , ο πιο μικρός ήταν ο κυρ-Φώτης που ήταν εξήντα οχτώ, και τον είχαν ταράξει όλες οι γριές στην αγγαρεία. Και το πιο κακό ήταν ότι ήταν όλες χήρες. Τόσες γριές χήρες μαζεμένες δεν βρίσκεις πουθενά αλλού. Θυμάμαι όταν έμαθαν ότι μένω μόνιμα εκεί μόνο παρτυ που δεν έκαναν, γιατι ο θεός τους έστειλε και δεύτερο σκλάβο. Άλλαζα λάμπες, κουβαλούσα τσάντες, πήγαινα φαρμακείο, με λίγα λάγια με είχαν ξεσκίσει. Αλλά και στα παράπονα τους ήταν πρωταθλήτριες. Δεν έκαναν πίσω ποτέ. Λίγο η μουσική παραπάνω , λίγο ο Θωμάς να φώναζε, λίγο το ένα λίγο το άλλο πάντα έβρισκαν κατι να φωνάξουν. Μόνο η κυρά-Βάσω που έμενε ακριβώς από κάτω μου ήταν πιο προσιτή. Ένα βράδυ μάλιστα, που ειχε διανυκτερεύσει μια “ξαδερφούλα” , φώναζε τόσο πολύ, που την άλλη μέρα το σκεφτόμουν να βγω έξω. Ώσπου χτυπάει το κουδούνι, και βλέπω τι; την κυρα-Βάσω με ένα πιάτο που ειχε τέσσερα κοματια σπανακόπιτα, και ένα πελώριο χαμόγελο όλο υπονοούμενα.
“ξυπνήσατε Κωστή μου;”
“ναι , και θέλω να ζητήσω συγνώμη αν χτες , σας ανησυχήσαμε λιγάκι”
“αχ και να ξερες τι μου θύμισες, είπε γελώντας και συμπλήρωσε, έκανα πιτουλα με χόρτα και σκέφτηκα ότι θα χετε κουραστεί και είπα να σας φέρω λιγάκι”
“δεν ήταν ανάγκη, αλλά χίλια ευχαριστώ”
“να σαι καλά αγόρι μου και μην ακούς κανέναν, ζήσε όσο καλύτερα μπορείς, γιατι μέρα που περνάει δεν ξαναγυρίζει. Άντε φάτε τη τώρα που είναι ζεστή”, εν.ω παράλληλα το μάτι της κοιταζε πάνω απο τον ώμο μου να δεί ποιά εκανε την φασαρία.
Κυριακή 29 Μαρτίου 2009
Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009
ΑΠΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ......

Τελικά ποιος είναι ο μαλακας; Αυτό που την κάνει η αυτός που την αποδέχεται ; υπάρχει αντίδοτο; Χορηγείται από το ΙΚΑ και τα άλλα ασφαλιστικά ταμεία; Είναι γενετικό η είναι επίκτητο χαρακτηριστικό; Όταν το αποτέλεσμα της μαλακιας επηρεάζει έναν λαό μιλάμε για πανδημική μαλακια; Μετάλλαξη υπάρχει; Η μιλάμε για ένα συγκεκριμένο τύπο; Τι συμπτώματα έχει; Τι χρόνο επώασης έχει; Υπάρχει περίπτωση να ενσωματωθεί στο DNA ενός λαού και να αποτελεί κυρίαρχο χαρακτηριστικό του; Επιφέρει τύφλωση και κώφωση , όπως μας έλεγαν όταν ήμασταν πιτσιρικάδες , και εάν ναι σε ποιο βαθμό;Εάν όχι γιατί όλοι συμπεριφερόμαστε σαν έχουμε τυφλωθεί και κουφαθεί εντελώς;
Ο καφές και τα τσιγάρα γιατί πάντα τελειώνουν οταν δεν πρέπει;
Καφές με γεύση σοκολάτα,με γεύση καραμέλα, με γεύση τσιγάρο 2 σε 1 γιατι δεν βγάζουν;
Η Δήμητρα τελικά εγινε μάνα;
Ψηφίζουμε 300 για να κάνουν κάτι για τήν Ελλάδα, κάτι καλό για μας, η κάτι καλό για την πάρτη τους;
Αφού χρόνια τώρα κάνουν πάντα το ιδιο, δηλαδή τίποτα, εγω γιατί τους ψηφίζω;
Οταν σε βάζω κάτω σε πηδάω και σου στερώ το δικαίωμα της επιλογής λέγομαι βιαστής και διώκομαι ποινικά.Οταν το κάνεις εσύ, μου στερείς βασικά δικαιώματα και δεν διώκεσαι ,πως λέγεσαι; μήπως βουλευτής;
Οταν αντιδράς εσύ γιατί εισαι αντιπολίτευση και θες να κυβερνήσεις, λεγεσαι ιδεολόγος.
Οταν αντιδρώ εγω γιατί δεν μπορω να ζήσω, πως λέγομαι; μηπως κουκουλοφόρος;
Η δικιά μου πότε θα κάνει καμιά δουλειά; ερχεται σπίτι για Σ/Κ ξαπλώνει και παίρνει το λαπι τοπι αγκαλιά. Εγώ βάζω πλυντήριο, μαγειρεύω, σκουπίζω, σιδερώνω και το βράδυ θέλει και σέξ..το κουκουλωτό το πιάνει ο νόμος;
Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009
ΕΛΑ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΕΣ ΜΟΥ ΟΤΙ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ

Kristallnacht: Η νύχτα που έσπασαν τα κρύσταλλα
Η δολοφονία του Φομ Ρατ εξυπηρέτησε ως άλλοθι για την έναρξη βιαιοπραγιών κατά των Εβραίων κατοίκων σε ολόκληρη τη Γερμανία.Η κυβέρνηση αξιοποίησε, εκτός από τα επίσημα κρατικά μέσα, κυρίως την οργάνωση του παρακράτους για να οργανώσει και να υλοποιήσει τις ταραχές.
Σημαντικό σημείο: Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΕΙΧΕ ΛΑΒΕΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΕΜΒΕΙ.
Η ελληνική «νύχτα των κρυστάλλων»
Κωνσταντινούπολη 1955
Τα γεγονότα εξελίχθησαν ως εξής; ¨Στις 6 το απόγευμα της 6ης Σεπτεμβρίου άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Ταξίμ της Κων/πόλεως φοιτητές και πολίτες μεταξύ των οποίων εκατοντάδες αστυνομικοί με πολιτικά. Σε λίγο κυκλοφορεί στο σημείο της συγκεντρώσεως το έκτακτο παράρτημα της εφημερίδος «Ισταμπούλ Εξπρές», όπου εμπρηστικά και προπαγανδιστικά ανέφερε: «Καταστράφηκε το σπίτι του Πατέρα μας με βόμβα». Αυτός ήταν ο τεράστιος τίτλος παραπληροφόρησης και το κείμενο περιέγραφε φανταστική καταστροφή του δήθεν σπιτιού του Κεμάλ, όπου μέχρι σήμερα στεγάζεται το Τουρκικό Προξενείο στη Θεσσαλονίκη.
Οι οργανωμένοι διαδηλωτές είναι χωρισμένοι σε τρεις ομάδες. Η πρώτη σπάει με λοστούς τα ρολά, τις πόρτες και τα τζάμια των καταστημάτων. Η δεύτερη αρπάζει και σκορπάει τα εμπορεύματα στο δρόμο για να αρχίσει το ¨πλιάτσικο¨ και η τρίτη καταστρέφει, λεηλατεί και πυρπολεί. Οι επικεφαλής των μαζών με καταλόγους σπιτιών και καταστημάτων των Ρωμιών, που είχαν σημαδευτεί με ευδιάκριτα σήματα. Επρόκειτο για ένα οργανωμένο τυφώνα, που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του.
Σημαντικό σημείο: Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΕΙΧΕ ΛΑΒΕΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΕΜΒΕΙ.
Η Αθηναϊκή «νύχτα των κρυστάλλων»
Αθήνα 2009
Πανικό προκάλεσαν επεισόδια που σημειώθηκαν το απόγευμα στην οδό Σκουφά και στους γύρω δρόμους στο Κολωνάκι.
Ομάδα περίπου 30 ατόμων επιτέθηκε με βόμβες μολότοφ, πέτρες και ξύλα στη διπλωματική ακαδημία του υπουργείου Εξωτερικών, που βρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Τσακάλοφ και Δημοκρίτου.
Οι υπάλληλοι αναγκάστηκαν να βγουν από τα παράθυρα.
Οι νεαροί έκαψαν σταθμευμένα αυτοκίνητα και φθορές σε καταστήματα στην Σκουφά.
Στη συνέχεια οπισθοχώρησαν στη Νομική.
Πανικός επικράτησε στους περαστικούς που βρίσκονταν στους πολυσύχναστους δρόμους.
Σημαντικό σημείο: Η ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΕΙΧΕ ΛΑΒΕΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΕΜΒΕΙ.
ΜΠΑ ΜΩΡΕ ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ ΕΙΝΑΙ.!!!!
Η ΛΥΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΒΙΑ.
........Μάλιστα δεν πρέπει να ξεφεύγουμε ούτε να οπισθοχωρούμε ούτε να εγκαταλείπουμε τη θέση μας, αλλά και στον πόλεμο και στα δικαστήρια και όπου αλλού, καθήκον μας είναι να εκτελούμε όσα διατάσσει η Πολιτεία και η πατρίδα, ή, το πολύ, αν εκείνο που διατάζει δεν μας φαίνεται δίκαιο, να της υποδείξουμε και να την πείσουμε ποιο είναι το δίκαιο. Να μεταχειριζόμαστε όμως βία, δεν είναι ασέβεια σε μια μητέρα, σε έναν πατέρα και πολύ περισσότερο στην πατρίδα;”
Πλάτωνας
....ΑΛΛΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΡΕ ΓΑΜΩΤΟ!!!
ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ!!
ΠΩΣ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕ ΕΤΣΙ Η ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ, ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ, ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ;
ΓΙΑΤΙ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΠΑΡΑΓΕΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ;
ΓΙΑΤΙ ΣΤΕΡΕΥΣΕ Η ΠΗΓΗ;
ΓΙΑΤΙ....
ΦΤΑΣΑΜΕ ΝΑ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕ ΤΙΣ ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ, ΕΝΩ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΟΙΚΤΙΡΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΕΑΥΤΟΥΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ΝΑ ΑΠΟΔΕΧΟΜΑΣΤΕ ΤΕΤΟΙΟΥΣ “ΗΓΕΤΕΣ”.!!!
Τρίτη 17 Μαρτίου 2009
ΤΟ DNA ΧΑΘΗΚΕ. ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΗ ΣΚΛΗΡΟΥ
“κωστααααααα που είσαι βρε; έλα μέσα γρήγορα”
“έλα ρε μαμά, παίζουμε αμπάριζᨔ
¨δέκα η ώρα , τσακίσου κι έλα σπίτι τώρα”
ποιος θα μου το έλεγε 35 χρόνια αργότερα πως θα θυμόμουν με πολύ αγάπη αυτές τις στιγμές.
Τελικά τι είναι καλύτερο; να εξελίσσεσαι η να μεταλλάσσεσαι;
Το θύμα τελικά ποιος είναι; εγώ που στα 43 μου αναπολώ την τότε εποχή, ή όλη η κοινωνία που δέχεται την μετάλλαξη;
Μήπως πρέπει να ξαναδιαβάσουμε λίγο ΟΡΓΟΥΕΛ;
Μήπως πρέπει να επανεξετάσουμε το DNA μας;.
Τι έπαθε ο Ελληνας ρε παιδιά; εξευρωπαϊστήκαμε η παγκοσμιοποιηθήκαμε;
ιστορικά ήμασταν οι μόνοι που δεν δεχόμασταν ζυγό, σε όλες τις εκφάνσεις του. Πολιτικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, και πάει λέγοντας. Διαμορφώναμε σχολές, και δημιουργούσαμε πολιτισμό.
Δεν εξελιχθήκαμε, δεν μεταλλαχθηκαμε, φυτοποιηθήκαμε.
Έχουμε σταματήσει να σκεφτόμαστε, απλά. Θύματα της κινητής τηλεφωνίας, της NOVA, του πορνό, του Σιανίδη και του Ψινάκη.
Δεν ξεκινάω επανάσταση, μοιρολογώ ρε πούστη μου.
Θυμάμαι το κυριακάτικο τραπέζι που τρώγαμε όλοι μαζί. Θυμάμαι την αμπάριζα, το κλέφτες κι αστυνομοι, το σπασμένο τζάμι της κυρα-Νίνας από το σουτ του φίλου μου Βαγγέλη, την συναυλία του Λουκιανού στην βουλιαγμένη. Που πήγαν όλα αυτά;.
Τώρα είμαστε όλοι αριθμοί και νούμερα. Άβουλα πλάσματα. Έτσι τουλάχιστον μας θεωρούν και όσο δεν αντιδρούμε τόσο χειρότερα θα πηγαίνουν τα πράγματα.
Πάμε στο super market και βγάζουμε κάρτα μέλους. Ποιος ξέρει γιατί το κάνει;. Νομίζουμε δηλαδή μας πουλάνε προσφορές και εκπτώσεις για τα μέλη.
Ποιος έχει κάτσει να σκεφτεί ότι κάθε φορά που περνάω απ το ταμείο ξέρουν ότι ο κώτσος που είναι 43 και είναι εργένης, έχει αυτή την μόρφωση και αυτό το εισόδημα, παίρνει το τάδε γάλα, και τις δείνα φρυγανιές, και ξοδεύει τόσα την εβδομάδα για αγορές;
πιστέψτε με δεν τους ενδιαφέρει το όνομα σας. Μόνο τα στοιχεία, που στατιστικά έχει αποδειχθεί ότι είναι αληθινά, γιατι σου πουλάνε κέρδος οπότε δεν έχεις λόγο να γράψεις ψέμματα.
Έτσι δημιουργούνται τα target group που τα ακριβοπληρώνουν οι διαφημιστικές και όχι μόνο.
Και φτάνω στην κρίση. Ποια κρίση ρε παιδιά; μην τρελαθούμε. Τεχνητή κρίση που άρχισε απο τα τοξικα ομολογα, και με αφορμη αυτα , τι εχουμε;
Απολυσεις, μειωση του ηθικου, κλεισιμο μικρομεσαιων επιχειρησεων, γιγαντωση των ηδη γιγαντων, συσωρευση χρηματος, εξεγερση του κοσμου και της νεολαιας και τελικα νομους που σου κοβουν κι αλλα δικαιωματα. Τα ειχα πρωτογραψει καιρο πριν.... http://partoalliosthabreis.blogspot.com/2008/07/partoalliosthabreis.html
Μήπως πρέπει να ξαναδιαβάσουμε λίγο ΟΡΓΟΥΕΛ;
Αλλά είπαμε.... λωλός ειμαι ποιος θα με ακούσει!!!
“έλα ρε μαμά, παίζουμε αμπάριζᨔ
¨δέκα η ώρα , τσακίσου κι έλα σπίτι τώρα”
ποιος θα μου το έλεγε 35 χρόνια αργότερα πως θα θυμόμουν με πολύ αγάπη αυτές τις στιγμές.
Τελικά τι είναι καλύτερο; να εξελίσσεσαι η να μεταλλάσσεσαι;
Το θύμα τελικά ποιος είναι; εγώ που στα 43 μου αναπολώ την τότε εποχή, ή όλη η κοινωνία που δέχεται την μετάλλαξη;
Μήπως πρέπει να ξαναδιαβάσουμε λίγο ΟΡΓΟΥΕΛ;
Μήπως πρέπει να επανεξετάσουμε το DNA μας;.
Τι έπαθε ο Ελληνας ρε παιδιά; εξευρωπαϊστήκαμε η παγκοσμιοποιηθήκαμε;
ιστορικά ήμασταν οι μόνοι που δεν δεχόμασταν ζυγό, σε όλες τις εκφάνσεις του. Πολιτικό, πολιτισμικό, κοινωνικό, και πάει λέγοντας. Διαμορφώναμε σχολές, και δημιουργούσαμε πολιτισμό.
Δεν εξελιχθήκαμε, δεν μεταλλαχθηκαμε, φυτοποιηθήκαμε.
Έχουμε σταματήσει να σκεφτόμαστε, απλά. Θύματα της κινητής τηλεφωνίας, της NOVA, του πορνό, του Σιανίδη και του Ψινάκη.
Δεν ξεκινάω επανάσταση, μοιρολογώ ρε πούστη μου.
Θυμάμαι το κυριακάτικο τραπέζι που τρώγαμε όλοι μαζί. Θυμάμαι την αμπάριζα, το κλέφτες κι αστυνομοι, το σπασμένο τζάμι της κυρα-Νίνας από το σουτ του φίλου μου Βαγγέλη, την συναυλία του Λουκιανού στην βουλιαγμένη. Που πήγαν όλα αυτά;.
Τώρα είμαστε όλοι αριθμοί και νούμερα. Άβουλα πλάσματα. Έτσι τουλάχιστον μας θεωρούν και όσο δεν αντιδρούμε τόσο χειρότερα θα πηγαίνουν τα πράγματα.
Πάμε στο super market και βγάζουμε κάρτα μέλους. Ποιος ξέρει γιατί το κάνει;. Νομίζουμε δηλαδή μας πουλάνε προσφορές και εκπτώσεις για τα μέλη.
Ποιος έχει κάτσει να σκεφτεί ότι κάθε φορά που περνάω απ το ταμείο ξέρουν ότι ο κώτσος που είναι 43 και είναι εργένης, έχει αυτή την μόρφωση και αυτό το εισόδημα, παίρνει το τάδε γάλα, και τις δείνα φρυγανιές, και ξοδεύει τόσα την εβδομάδα για αγορές;
πιστέψτε με δεν τους ενδιαφέρει το όνομα σας. Μόνο τα στοιχεία, που στατιστικά έχει αποδειχθεί ότι είναι αληθινά, γιατι σου πουλάνε κέρδος οπότε δεν έχεις λόγο να γράψεις ψέμματα.
Έτσι δημιουργούνται τα target group που τα ακριβοπληρώνουν οι διαφημιστικές και όχι μόνο.
Και φτάνω στην κρίση. Ποια κρίση ρε παιδιά; μην τρελαθούμε. Τεχνητή κρίση που άρχισε απο τα τοξικα ομολογα, και με αφορμη αυτα , τι εχουμε;
Απολυσεις, μειωση του ηθικου, κλεισιμο μικρομεσαιων επιχειρησεων, γιγαντωση των ηδη γιγαντων, συσωρευση χρηματος, εξεγερση του κοσμου και της νεολαιας και τελικα νομους που σου κοβουν κι αλλα δικαιωματα. Τα ειχα πρωτογραψει καιρο πριν.... http://partoalliosthabreis.blogspot.com/2008/07/partoalliosthabreis.html
Μήπως πρέπει να ξαναδιαβάσουμε λίγο ΟΡΓΟΥΕΛ;
Αλλά είπαμε.... λωλός ειμαι ποιος θα με ακούσει!!!
Σάββατο 14 Μαρτίου 2009
ΑΔΕΡΦΙΑ ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ ΗΤΑΝ ΛΟΙΠΟΝ..ΣΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Αγαπημένοι φίλοι και φίλες μου καλησπέρα.
Σας ευχαριστώ απο καρδιάς που με ακολουθήσατε στις πρώτες σελίδες αυτού του βιβλίου.
Γιά λόγους που ειναι κατανοητοί απο ολους, το υπόλοιπο απο τα βιβλιοπωλεία.
Ελπίζω και ευχομαι να εχει και εκει την ιδια απηχηση που βρηκε και εδω.
Με εκτίμηση
Ο Κώτσος σας
ΥΓ. ΜΗΝ ΦΟΒΑΣΤΕ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΤΕ, ΝΑ ΕΡΩΤΕΥΤΕΙΤΕ, ΝΑ ΔΩΣΕΤΕ. Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΡΑ ΠΡΑΞΗ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΗΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ.
ΚΑΙ ΣΑΝ ΑΥΤΟΘΥΣΙΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΜΙΑ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟ "ΘΕΛΩ" Η ΤΟ "ΠΑΙΡΝΩ".
ΕΧΕΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΟ "ΔΙΝΩ".
ΚΩΤΣΟΣ
Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009
chapter 2 part 5
Βγήκαμε έξω καθίσαμε στην κουνιστή , από μπαμπού πολυθρόνα .
Το ελαφρό βραδυνο αεράκι του ιουλιου ειχε αρχίσει να φέρνει τις μαγευτικές μυρωδιές και τα σπάνια αρώματα της θάλασσας . Πήρε μια βαθιά ανάσα και γυρνώντας προς το μέρος μου, φωλιάζει την παλάμη μου ανάμεσα στις δικές της, και με ένα πολύ ήρεμο τόνο στην φωνή της άρχισε να μου λέει:
“δεν ξέρω αν συνειδητοποίησες τι συνέβη αυτές τις δυο μέρες στην ζωή μου και ποια είναι η συμβολή σου σ'αυτο. Κατάφερες και μου έδωσες έναν άλλο αέρα, ένα τόνο αισιοδοξίας και το κυριότερο, και το πιο σημαντικό άκουσες. Άκουσες αυτά που είχα μέσα , που ήθελα να τα πω και δεν μπορούσα. Λίγες ώρες έχουμε περάσει μαζί και μου έχει συμβεί ακριβώς αυτό που είπα πριν πάμε για φαΐ. Μόνο που πριν είχα την αίσθηση, ενώ τώρα είμαι σίγουρη ότι μπορώ να σου εμπιστευθώ τα πάντα. Μένω στην υπόσχεση σου ότι θα είσαι δίπλα μου, χωρίς να ξέρεις πόσο σημαντικό ήταν αυτό για μένα. Αρκεί να σου πω ότι έχω μια φίλη που δεν έχει την εικόνα που έχεις εσύ τώρα. Δεν θέλω να χάσω αυτό που κέρδισα σήμερα. Πίστεψε με δεν το περίμενα ούτε στα πιο τρελα μου όνειρα ότι θα μου τύχαινε ποτέ κατι τέτοιο. Από σήμερα σε ανακηρύσσω επίσημο εξομολογητή μου”.
“Κοριτσάρα μου άκου τώρα κι εμένα, τον άσχετο. Η δική μου στάση απέναντι στην ρουφιάνα την ζωή, σου έχω πει ότι είναι μια και μόνη. Θετική. Την ίδια στάση θέλω να έχουν και οι φίλοι μου. Ξέρεις που κάνουμε λάθος; Αν δεις ένα ποτήρι από πάνω θα δεις ένα κύκλο. Αν το δεις από το πλάι , θα δεις ένα κύλινδρο. Σημασία έχει ότι απ' όποια μεριά και να το δεις δεν παύει να είναι ποτήρι. Το να βλέπεις τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση είναι το πιο σημαντικό αλλά και το πιο δύσκολο. Μερικές φορές έχουμε μπροστά στα μάτια μας απαντήσεις, αλλά βάζουμε μόνοι μας ανασχεσεις, συναισθηματικού τύπου. Θέλω να μου κάνεις κι εμένα μια χάρη. Θα πας σπίτι σου και θα πάρεις ένα χαρτί. Θα το χωρίσεις στην μέση και θα κάτσεις να γράψεις αριστερά τα θετικά και στα δεξιά τα αρνητικά της σχέσης σου. Χωρίς πίεση χρόνου, έχεις μια ολόκληρη Κυριακή να το κάνεις,και μόλις το τελειώσεις τηλεφώνησε μου. Οκέι;”
“και σ'αυτο θα δω το ποτήρι;” ρώτησε, “ελπίζω πως ναι. θυμάσαι που σου είπα ότι εσύ και μόνο εσύ μπορείς να βρεις και να δώσεις την λύση; αυτό θα προσπαθήσουμε . Ξέρω ότι πολύ δύσκολο γιατι πρέπει να το κάνεις πολύ ψυχρά. Μην σε τρομάξει αν τα αρνητικά είναι πιο πολλά. Κάποιες φορές εάν μπορέσεις να αναδείξεις ένα καλό στοιχείο του εαυτού του, είναι ικανό να επισκιάσει πολλά ελαττώματα. Γιαυτό πάνω απ όλα να είσαι αισιόδοξη. Εντάξει;”
“να σε ρωτήσω κατι άλλο άσχετο;” είπε.
“ότι θέλει το κορίτσι”
“αθηνα κάθε πότε έρχεσαι; θέλω να πω αν κανένα απογευματάκι θα μπορέσουμε να πάμε για καφεδάκι”
“πες μου εσύ πότε κι εγώ αν μπορώ θα έρθω, μην ξεχνάς επίσης ότι έχεις κλείσει και το δίωρο το βραδυνο”.
Μάζεψε τα πράγματα της και μετά από μια ζεστή αγκαλιά κατέβηκε τα σκαλιά ,μπήκε στο αμάξι της και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το πολύβουο άστυ την ψυχοφθόρα Αθήνα.
Κοίταξα το ρολόι μου. Εννιάμισι. Πότε πέρασε η ώρα;. Πότε βραδυασε;. Τι έγινε σήμερα;. Τι κάνουμε τώρα;. Άφησα τις ερωτήσεις αναπάντητες και έκατσα μπροστά στον υπολογιστή.
Ο Γιώργος ειχε κλείσει. Η Αντζυ μάλλον δούλευε και ειχε κλείσει κι αυτή. Κοίταξα ποιοι ήτανε “μέσα” κατά την ορολογία της κοινότητας μας.
-Συνδεδεμένοι αυτή την στιγμή (3)
eva.....?
sissy...
magic_v...
η ευη (eva) άνηκε στον ένα κύκλο παρέας μου, που ειχε σχέση με την Αννα, την γυναίκα που για χάρη της ντύθηκα γαμπρός. Παραδόξως κανένας δεν πίστευε ότι είχαμε χωρίσει. Η σχέση μας δεν ειχε μείνει σε αυτό που λένε πολιτισμένο επίπεδο. Είχαμε και έχουμε ένα δέσιμο που έχει να κάνει πιο πολύ με το φαινόμενο της αδελφής ψυχής, παρά με έρωτα. Η παρέα αυτή λοιπόν είναι η χαρά του λυπημενου. Η λύτρωση του εργένη, όρεξη μόνο να χεις να τις ακολουθείς.
Τέτοια ζωντάνια δεν έχω ξανασυναντήσει, μετά από οχταωρη βάρδια (γιατι όλες οι δεσποινίδες εργάζονται στο αεροδρόμιο), αποφασίζουν να βγούνε έξω, και ο θεός να λυπηθεί όποιον βρεθεί στον δρόμο τους.
Εύη, Αννα, Αγγελική, Μίνα Χρυσούλα, Ιωάννα, κατι σε τρεις σωματοφύλακες με δυο αναπληρωματικούς, και ένα γκεστ σταρ.
Έτσι μου έκανε εντύπωση όταν είδα ότι η Εύη την δεδομένη στιγμή ήταν σπίτι της.
-τι έγινε μαρή, δεν θα βγείτε σημερις;
-καλώς τον που είσαι συ, και βέβαια θα βγούμε αλλά όχι από τώρα, γύρω στις δώδεκα.
-είπα κι εγώ, σαββατιάτικα μέσα;
-τι άλλα νέα; τι κάνουν τα πιπίνια σου;
-χεστα ρε φιλενάδα, πίκρα, ξεκαλοκαιριαζουν με τις οικογένειες τους. Αυτό είναι το κακό με τα πιπίνια, έχουν άμεση εξάρτηση απ την οικογένεια, εσύ τίποτα καινούργιο;
-τίποτα ρε Κώτσο, αρσενικά σωστά πουθενά, γι'αυτό ετοιμαζόμαστε να πάμε σκιαθο η Αννα η Μινα κι εγω μπας και βρούμε τίποτα σε σωστό άντρα.
-ωχ Παναγία μου , η Σκιάθος το ξέρει;
-Άντε να χαθείς βλαμμενο, χάρη τους κάνουμε. Κώτσο σ'αφηνω να ετοιμαστω.
-οκ δώσε φιλάκια και στις άλλες.
Οσο μίλαγα με την Εύη οι αλλες δύο εξαφανίστηκαν. Σιγά μην κάθονταν σαββατοκύριακο μέσα. Σηκώθηκα άναψα τσιγάρο και βγήκα πάλι στην ταράτσα. Χάζευα το μαγαζί του Χρησταρα που ειχε αρχίσει να μαζευετε κόσμος.
Κοίταξα ξανά το ρόλοι και η σκέψη μου έτρεξε στην Αντα.
Το ελαφρό βραδυνο αεράκι του ιουλιου ειχε αρχίσει να φέρνει τις μαγευτικές μυρωδιές και τα σπάνια αρώματα της θάλασσας . Πήρε μια βαθιά ανάσα και γυρνώντας προς το μέρος μου, φωλιάζει την παλάμη μου ανάμεσα στις δικές της, και με ένα πολύ ήρεμο τόνο στην φωνή της άρχισε να μου λέει:
“δεν ξέρω αν συνειδητοποίησες τι συνέβη αυτές τις δυο μέρες στην ζωή μου και ποια είναι η συμβολή σου σ'αυτο. Κατάφερες και μου έδωσες έναν άλλο αέρα, ένα τόνο αισιοδοξίας και το κυριότερο, και το πιο σημαντικό άκουσες. Άκουσες αυτά που είχα μέσα , που ήθελα να τα πω και δεν μπορούσα. Λίγες ώρες έχουμε περάσει μαζί και μου έχει συμβεί ακριβώς αυτό που είπα πριν πάμε για φαΐ. Μόνο που πριν είχα την αίσθηση, ενώ τώρα είμαι σίγουρη ότι μπορώ να σου εμπιστευθώ τα πάντα. Μένω στην υπόσχεση σου ότι θα είσαι δίπλα μου, χωρίς να ξέρεις πόσο σημαντικό ήταν αυτό για μένα. Αρκεί να σου πω ότι έχω μια φίλη που δεν έχει την εικόνα που έχεις εσύ τώρα. Δεν θέλω να χάσω αυτό που κέρδισα σήμερα. Πίστεψε με δεν το περίμενα ούτε στα πιο τρελα μου όνειρα ότι θα μου τύχαινε ποτέ κατι τέτοιο. Από σήμερα σε ανακηρύσσω επίσημο εξομολογητή μου”.
“Κοριτσάρα μου άκου τώρα κι εμένα, τον άσχετο. Η δική μου στάση απέναντι στην ρουφιάνα την ζωή, σου έχω πει ότι είναι μια και μόνη. Θετική. Την ίδια στάση θέλω να έχουν και οι φίλοι μου. Ξέρεις που κάνουμε λάθος; Αν δεις ένα ποτήρι από πάνω θα δεις ένα κύκλο. Αν το δεις από το πλάι , θα δεις ένα κύλινδρο. Σημασία έχει ότι απ' όποια μεριά και να το δεις δεν παύει να είναι ποτήρι. Το να βλέπεις τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση είναι το πιο σημαντικό αλλά και το πιο δύσκολο. Μερικές φορές έχουμε μπροστά στα μάτια μας απαντήσεις, αλλά βάζουμε μόνοι μας ανασχεσεις, συναισθηματικού τύπου. Θέλω να μου κάνεις κι εμένα μια χάρη. Θα πας σπίτι σου και θα πάρεις ένα χαρτί. Θα το χωρίσεις στην μέση και θα κάτσεις να γράψεις αριστερά τα θετικά και στα δεξιά τα αρνητικά της σχέσης σου. Χωρίς πίεση χρόνου, έχεις μια ολόκληρη Κυριακή να το κάνεις,και μόλις το τελειώσεις τηλεφώνησε μου. Οκέι;”
“και σ'αυτο θα δω το ποτήρι;” ρώτησε, “ελπίζω πως ναι. θυμάσαι που σου είπα ότι εσύ και μόνο εσύ μπορείς να βρεις και να δώσεις την λύση; αυτό θα προσπαθήσουμε . Ξέρω ότι πολύ δύσκολο γιατι πρέπει να το κάνεις πολύ ψυχρά. Μην σε τρομάξει αν τα αρνητικά είναι πιο πολλά. Κάποιες φορές εάν μπορέσεις να αναδείξεις ένα καλό στοιχείο του εαυτού του, είναι ικανό να επισκιάσει πολλά ελαττώματα. Γιαυτό πάνω απ όλα να είσαι αισιόδοξη. Εντάξει;”
“να σε ρωτήσω κατι άλλο άσχετο;” είπε.
“ότι θέλει το κορίτσι”
“αθηνα κάθε πότε έρχεσαι; θέλω να πω αν κανένα απογευματάκι θα μπορέσουμε να πάμε για καφεδάκι”
“πες μου εσύ πότε κι εγώ αν μπορώ θα έρθω, μην ξεχνάς επίσης ότι έχεις κλείσει και το δίωρο το βραδυνο”.
Μάζεψε τα πράγματα της και μετά από μια ζεστή αγκαλιά κατέβηκε τα σκαλιά ,μπήκε στο αμάξι της και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το πολύβουο άστυ την ψυχοφθόρα Αθήνα.
Κοίταξα το ρολόι μου. Εννιάμισι. Πότε πέρασε η ώρα;. Πότε βραδυασε;. Τι έγινε σήμερα;. Τι κάνουμε τώρα;. Άφησα τις ερωτήσεις αναπάντητες και έκατσα μπροστά στον υπολογιστή.
Ο Γιώργος ειχε κλείσει. Η Αντζυ μάλλον δούλευε και ειχε κλείσει κι αυτή. Κοίταξα ποιοι ήτανε “μέσα” κατά την ορολογία της κοινότητας μας.
-Συνδεδεμένοι αυτή την στιγμή (3)
eva.....?
sissy...
magic_v...
η ευη (eva) άνηκε στον ένα κύκλο παρέας μου, που ειχε σχέση με την Αννα, την γυναίκα που για χάρη της ντύθηκα γαμπρός. Παραδόξως κανένας δεν πίστευε ότι είχαμε χωρίσει. Η σχέση μας δεν ειχε μείνει σε αυτό που λένε πολιτισμένο επίπεδο. Είχαμε και έχουμε ένα δέσιμο που έχει να κάνει πιο πολύ με το φαινόμενο της αδελφής ψυχής, παρά με έρωτα. Η παρέα αυτή λοιπόν είναι η χαρά του λυπημενου. Η λύτρωση του εργένη, όρεξη μόνο να χεις να τις ακολουθείς.
Τέτοια ζωντάνια δεν έχω ξανασυναντήσει, μετά από οχταωρη βάρδια (γιατι όλες οι δεσποινίδες εργάζονται στο αεροδρόμιο), αποφασίζουν να βγούνε έξω, και ο θεός να λυπηθεί όποιον βρεθεί στον δρόμο τους.
Εύη, Αννα, Αγγελική, Μίνα Χρυσούλα, Ιωάννα, κατι σε τρεις σωματοφύλακες με δυο αναπληρωματικούς, και ένα γκεστ σταρ.
Έτσι μου έκανε εντύπωση όταν είδα ότι η Εύη την δεδομένη στιγμή ήταν σπίτι της.
-τι έγινε μαρή, δεν θα βγείτε σημερις;
-καλώς τον που είσαι συ, και βέβαια θα βγούμε αλλά όχι από τώρα, γύρω στις δώδεκα.
-είπα κι εγώ, σαββατιάτικα μέσα;
-τι άλλα νέα; τι κάνουν τα πιπίνια σου;
-χεστα ρε φιλενάδα, πίκρα, ξεκαλοκαιριαζουν με τις οικογένειες τους. Αυτό είναι το κακό με τα πιπίνια, έχουν άμεση εξάρτηση απ την οικογένεια, εσύ τίποτα καινούργιο;
-τίποτα ρε Κώτσο, αρσενικά σωστά πουθενά, γι'αυτό ετοιμαζόμαστε να πάμε σκιαθο η Αννα η Μινα κι εγω μπας και βρούμε τίποτα σε σωστό άντρα.
-ωχ Παναγία μου , η Σκιάθος το ξέρει;
-Άντε να χαθείς βλαμμενο, χάρη τους κάνουμε. Κώτσο σ'αφηνω να ετοιμαστω.
-οκ δώσε φιλάκια και στις άλλες.
Οσο μίλαγα με την Εύη οι αλλες δύο εξαφανίστηκαν. Σιγά μην κάθονταν σαββατοκύριακο μέσα. Σηκώθηκα άναψα τσιγάρο και βγήκα πάλι στην ταράτσα. Χάζευα το μαγαζί του Χρησταρα που ειχε αρχίσει να μαζευετε κόσμος.
Κοίταξα ξανά το ρόλοι και η σκέψη μου έτρεξε στην Αντα.
Κυριακή 8 Μαρτίου 2009
chapter 2 part 4
Δεν έπαιζα με καθαρούς όρους και το ήξερα. Αυτό όμως που επίσης ήξερα αλλά δεν του έδωσα σημασία είναι ότι , η ζωή τιμωρεί.
“και δε μου λες , τι κατάλαβες από το τηλέφωνο;, τι εικόνα έδινα;” ρώτησε ξαφνικά ενώ το θέμα αυτό το είχαμε αφήσει.
“να σου πω ένα μυστικό, όταν μιλάω απ το τηλέφωνο και έχω και όρεξη, κλείνω τα μάτια και προσπαθώ νοητά να μεταφερθω δίπλα μ'αυτον που συνομιλώ. Επικεντρώνω σε ήχους, σε τόνο ομιλίας και σε πολλά άλλα μυστικά που αν στα πω πρέπει μετά να σε σκοτώσω”
“πριν με σκοτώσεις πες μου ήταν βρεθηκες χτες δίπλα μου τι είδες; είμαι πολύ περίεργη”
“χμ, αυτό σηκώνει τσιγάρο, λοιπόν άκου τώρα την διάγνωση”
“μάλιστα γιατρέ μου”
“σε φαντάζομαι με φορμιτσα, ξαπλωμένη σε εμβρυακή στάση, να ακούς Χατζηγιάννη που για κάποιο λόγο που δεν ξέρω ακόμα, αλλά θα μάθω, έχεις συνδέσει τα τραγούδια του με προσωπικές εμπειρίες.
Επίσης πρέπει να περνάς και ένα λούκι με το πρόσωπο και ...θες κι άλλα;”
“για συνέχισε”είπε με πολύ ενδιαφέρον και περιέργεια
“οκευ και και τελευταίο. Τόσο όμορφα μάτια είναι αμαρτία να κλαίνε, αυτά και στην υγειά μας” της είπα και της πρότεινα το ποτήρι μου. Με κοίταζε κατευθείαν μέσα στα μάτια ενώ έπινε γουλιά γουλιά το κρασί της.
“θα με κερασεις ένα από τα τσιγάρα σου;” της έδωσα ένα και της το άναψα. Είχε περάσει ένα ολόκληρο λεπτό χωρίς να πει τίποτα. Απλά κοιταζόμασταν στα μάτια, σαν το παιγνίδι που παίζαμε μικροί. Έχανε αυτός που φλεβαριζε πρώτος. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχανε κανείς. Έτσι νόμιζα!
“το ξέρεις ότι σε όλα, μα σε όλα ρε πούστη μου, έχεις πέσει μέσα; πως γίνεται αυτό; δεν μπορώ να το πιστέψω, εντάξει την μουσική την είχα δυνατά, αλλά όλα τ'αλλα;”
“θα σου πω μετά, δεν είναι δύσκολο, αλλά πρώτα πες μου γιατι έκλαιγες, και δεν θέτω θέμα αδιακρισιας απ την ώρα που παραδεχθηκες ότι μπορείς να μου πεις τα πάντα, και για να σε προλάβω, να ξέρεις ότι οτιδήποτε πούμε μένει μεταξύ μας. Δεν μπορώ να διανοηθώ καν μπορεί να υπάρξει άνθρωπος που να σε κάνει να κλαψεις.Μου βγάζεις μαγκακι. Κακό δεν είναι το κλάμα βέβαια γιατι ξελαφρώνεις αλλά γιατι;”.
Και εκεί άρχισε. Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής της ξεδιπλώθηκαν μπροστά μου, όχι με όλες τις λεπτομέρειες, αλλά αρκετές για να καταλάβω ότι είχα να κάνω με έναν άνθρωπο , που ειχε ταλαιπωρήσει και ταλαιπωρούσε ακόμα τον εαυτό του με τις επιλογές του. Όλοι μας κάνουμε λάθος επιλογές, είναι φυσιολογικό, αλλά στην περίπτωση αυτή, άγγιζε τα όρια της αυτοκαταστροφής. Είχε πλέξει από μόνη της έναν ιστό, ειχε παγιδευτεί η ίδιαια μέσα, και δεν μπορούσε να ελευθερωθεί. Να λυτρωθεί είναι το σωστό.
Δεν ξέρω πως πέρασε μιάμιση ώρα χωρίς να πω τίποτα.
Απλά συμφωνούσα η έκανα νεύματα καταφασης. Της άναβα τα τσιγάρα και της γέμιζα το ποτήρι. Ο λόγος της ειχε μια ένταση που έφτασε στο τέλος να είναι έτοιμη να κλάψει. Όταν αντικρυσα τα βουρκωμένα μάτια της και την άκουσα να μου λέει: “Κώστα πίστεψε με δεν τα έχω πει σε κανένα άλλον, δεν ξέρω τι να κάνω, έχω χάσει το μυαλό μου, παιδεύω την μάνα μου, την έχω αρρωστήσει, σε παρακαλώ πες μου, νοιώθω ότι μπορείς να μου πεις τι να κάνω” εκείνη την ώρα ήθελα να την αγκαλιάσω, να της χαιδεψω τα μαλλιά, να της υποσχεθώ ότι θα κάνω ότι μπορώ να την βοηθήσω. Αλλά ένοιωσα πολύ λίγος, πολύ μικρός. Η κοπέλα οντως υπέφερε.
Της έπιασα το χέρι και το μόνο που κατάφερα να της πω ήταν “δεν ξέρω αν αυτό που θα σου πω θα είναι το σωστό. Είμαι σίγουρος ότι μπορείς να βρεις την λύση , αλλά ένα μπορώ να σου υποσχεθώ. Ότι ώρα, όποια μέρα με χρειαστείς θα είμαι δίπλα σου.”
“αυτό και μόνο φτάνει. Τελικά εκτός από δουλειά , βρήκα και φίλο, και τι φίλο,λοιπόν τώρα μου χρωστάς και εσύ κάτι, πως τα κατάλαβες όλα απ το τηλέφωνο; για λέγε”
“μαθηματικά πως τα πήγαινες στο σχολείο;” ρώτησα γελώντας για να αποφορτίσω το κλίμα.
“άντε πάλι τα ίδια, τα κουφά, μέτρια ήμουνα”
“λοιπόν γλυκιά μου δεσποινίς, ένα πράγμα στον κόσμο δεν λέει ποτέ ψέματα, κι αυτό είναι οι αριθμοί. Και οι αριθμοί λένε ότι το ογδόντα τοις εκατό των γυναικών όταν είναι ξαπλωμενες παίρνουν εμβρυακή στάση, όταν δε είναι και στεναχωρημενες το ποσοστό αγγίζει το ενενήντα πέντε. Πάμε παρακάτω. Το φορμακι το έπαιξα πενήντα – πενήντα και στάθηκα απλά τυχερός. Όσο για τα κλάματα δεν είμαι και τόσο άσχετος. Οι κύκλοι αγάπη μου κάτω απ τα μάτια, δεν κρατάνε πότε μυστικά, είναι ρουφιάνοι”.
Γούρλωσε τα κατακόκκινα μάτια της και είπε με θαυμασμό “δεν σε πιστεύω, έκανες όλους αυτούς τους συνοιρμους και έβγαλες το σωστό συμπέρασμα. Είσαι σατανάς τελικά.”
“ειδικότητα αποκτηθείσα εν τω στρατευματι” απάντησα με το πομπώδες ύφος που με διέκρινε κάποιες φορές, “ανακριτής αιχμαλώτων πολέμου”.
“υπάρχει τέτοια ειδικότητα στον στρατό;”
“είναι υποειδικοτητα , και άρχισα να γελάω, η κανονική είναι τσάτσος. Αν έχεις μέσον προχωράς στις υποειδικοτητες”
“δεν ντρέπεσαι ρε να κοροϊδεύεις μια ξανθιά στεναχωρημένη; να ρωτήσω και κάτι άλλο; μπορώ;”
“εδώ που φτάσαμε θα στα πω όλα” και έκανα μια γκριμάτσα φοβισμένου μάρτυρα.
“τι έχεις σπουδάσει;”
“ανάλυση εμπορικών και βιομηχανικών εφαρμογών”
“μόνο; δεν μου φαίνεσαι για τεχνοκράτης”
“καλά και λίγο ψυχολογία”
“πόσο λίγο; δηλαδή πήγες κάπου και είπες θέλω δυο κιλά ανάλυση και τρία κιλά ψυχολογία; ρε με δουλεύεις;”.
“δεν σου λέω, έτσι να σκάσεις,παλληκαρι μας φέρνεις τον λογαριασμό σε παρακαλώ;” είπα στο σερβιτόρο που πέρναγε.
“λοιπόν εγώ κερναω για την δουλειά μου”
“χα χα ας γελάσω κατσαρά, πας καλά κοπελιά μου; θες να το μάθει ο πατέρας μου και να με αποκληρώσει; ανήκω στην γενιά που γαλουχήθηκε με αξίες, προσέχουμε και τιμάμε τις γυναίκες και πάνω απ όλα δεν μάθαμε το μισά- μισά και κερνάει η γυναίκα. Γι αυτό βάλε το πορτοφόλι σου μέσα , μην γίνουμε θέμα στο βραδυνο δελτίο”
“τι να σου πω, δεν είναι σωστό αυτό”
“αν είναι σωστό η όχι θα το κρίνει η ιστορία, δουλειά δεν μου είπες από πότε ξεκινάς; και με τι λεφτά;.”
“δεύτερα δίνω παραίτηση και μια βδομάδα διορία, και απ την μεθεπόμενη βδομάδα ξεκινάω στον Βασίλη. Τώρα από λεφτά μου είπε ένα νούμερο αλλά δεν ξέρω αν είναι καθαρά η μεικτά”
“καθαρά είναι” είπα με μια βεβαιότητα και χασκογελουσα σαν να προδιδα την ανάμιξη μου.
Είχαμε αρχίσει να περπατάμε προς το σπίτι μου και μόλις είχαμε περάσει την λεωφόρο όταν σταμάτησε ξαφνικά μπροστά μου και με τα χέρια στην μέση με ρώτησε “και που το ξέρεις εσύ; και πόσα είναι ; αφού τα ξέρεις όλα”.
¨ρε ξανθό χίλια διακόσια δεν σου είπε;”
“χα την πάτησες κύριε. Χίλια μου είπε συν ένα μηχανάκι για τα διόδια της αττικής συν τις βενζίνες μου, δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ είμαι πολύ ευχαριστημένη,α μην το ξεχάσω, και δυο σαββατα τον μήνα που θα πληρώνονται ξεχωριστά. Έτσι μου ρχεται να σε φιλήσω”
“ποτέ μην καταπιεζεις τον εαυτό σου” είπα και της έτεινα το μάγουλο μου.
Με αγκάλιασε σαν μικρο παιδάκι και με φίλησε σταυρωτά και στα δυο μάγουλα.
Ένα μακρόσυρτο και επαναλαμβανόμενο κορνάρισμα ακούστηκε πίσω μας. Γυρίσαμε και είδαμε τον Χρήστο να μουντζώνει.
“ρε είστε καλά; λείπετε τέσσερις ώρες και δεν σηκώνεται κινητά, τα χετε παίξει εντελώς και φιλιεστε στην μέση του δρόμου; έχω αφήσει το μαγαζί και σας ψάχνω”.
“εγώ τοχω αφήσει σπίτι”
“εγώ στο αμάξι”
“κι εγώ είμαι ο μαλάκας που σας ψάχνει, άντε μπείτε μεσώ μην σας χέσω και τα δυο ,μαλακισμενα παιδάκια”.
Άνοιξα την πόρτα στην Αντα και έκανα να κάτσω μαζί της στο πίσω κάθισμα, όταν άκουσα τον Χρήστο να λέει γελώντας κι αυτός:
“έλα μπροστά ρε που θα κάνω και τον ταξιτζή, δεν σου είπα ρε κοπέλα μου να τον προσέχεις ; είναι επικίνδυνος”.
“αχ μακάρι να υπήρχαν κι άλλοι τέτοιοι επικίνδυνοι άντρες , είσαι πολύ τυχερός που μένετε κοντά και είστε όλη την μέρα μαζί, εγώ πάντως σήμερα πέρασα μια από τις ωραιότερες μέρες μου.”
Περάσαμε απ το μαγαζί να πούμε ένα γεια στην Λίνα και καταλήξαμε σπίτι μου γιά ένα τελευταίο καφεδάκι. Είχαμε πιει λίγο παραπάνω και δεν την άφηνα να οδηγήσει πριν περάσει λίγη ώρα.
Της εξηγούσα πως πήρα την απόφαση να ψάξω σπίτι στην παραλία , όταν ο υπολογιστής άρχισε να βγάζει αυτούς τους παράξενους ήχους.
Τον είχα πάντα σε κατάσταση online και ειχε γεμίσει παράθυρα ανοικτά.
Ήταν όλοι εκεί.
Το ανίψι μου ο Γιώργος. Ένας τρομερός πιτσιρικάς απ την Κοζάνη δεκαπέντε χρονών, που με φώναζε θείο, ήταν παναθηναϊκός και γνωριστήκαμε διαδυκτιακα, στο football manager, ένα παιγνίδι για άντρες ,άντε για μικρούς άντρες . Προσπαθούσα να τον ξεκολλησω απ το κόσμο των υπολογιστών και να τον βάλω στο κόσμο του βιβλίου, αλλά μάταια. Σαν να προσπαθείς να πείσεις τον καραγκούνη να μην πέφτει κάτω και σφαδάζει, όταν τον ακουμπάνε, γίνεται; δεν γίνεται. Έτσι και με το ανίψι μου.
“έλα ρε θείο, που είσαι και έχω πάρει ιο. Θειοοοοοο , ελα θειοοοο” κοίταξα την ώρα του μηνύματος, σαράντα λεπτά πριν.
Εκεί ήταν και η Αντζυ. Ήταν η μόνη που είχαμε γνωριστεί από κοντά
και κάναμε και παρέα. Είχα ταβλιαστεί μια μέρα στην μέση της Ομονοίας, με πήγανε στον “ευαγγελισμό” και εκεί ήταν η Αντζυ αποκλειστική. Η χαρά του αρρώστου. Τον κάναμε τον θάλαμο παιδική χαρά καθότι Αντζυ σημαίνει γέλιο. Η καλύτερη θεραπεία, και μεταξύ μας η μόνη που κατάλαβε ότι δεν είχα τίποτα, και ότι όλα ήταν απ'το άγχος. Μετά από αυτό ο φραπες και το τσιγάρο δεν έλλειπαν απ την ημερήσια διάταξη .
“που είσαι ρε χαμένο πάλι κοπροσκυλας; κανόνισε να σε ξαναφέρουν με την ζωή που κάνεις. Θα σ'αφησω να ψοφησεις κακομοίρη μου”.
Αυτή το ειχε στείλει δυο ώρες πριν.
Την ένοιωσα που κοίταγε πάνω απ τον ώμο μου. “σε έκλεψα απ τους φίλους σου σήμερα, να αισθάνομαι ένοχη;”
“ασχολείσαι καθόλου με internet;”
“όχι ρε γαμώτο ,πέραν του προγράμματος που έχουμε στην δουλειά, τίποτα άλλο,και θέλω να μάθω.”
“θα σου μάθω εγώ, δεν είναι τίποτα δύσκολο”
“πάμε να κάτσουμε λίγο έξω Κωστή; θέλω κατι να σου πω πριν φύγω”
“και δε μου λες , τι κατάλαβες από το τηλέφωνο;, τι εικόνα έδινα;” ρώτησε ξαφνικά ενώ το θέμα αυτό το είχαμε αφήσει.
“να σου πω ένα μυστικό, όταν μιλάω απ το τηλέφωνο και έχω και όρεξη, κλείνω τα μάτια και προσπαθώ νοητά να μεταφερθω δίπλα μ'αυτον που συνομιλώ. Επικεντρώνω σε ήχους, σε τόνο ομιλίας και σε πολλά άλλα μυστικά που αν στα πω πρέπει μετά να σε σκοτώσω”
“πριν με σκοτώσεις πες μου ήταν βρεθηκες χτες δίπλα μου τι είδες; είμαι πολύ περίεργη”
“χμ, αυτό σηκώνει τσιγάρο, λοιπόν άκου τώρα την διάγνωση”
“μάλιστα γιατρέ μου”
“σε φαντάζομαι με φορμιτσα, ξαπλωμένη σε εμβρυακή στάση, να ακούς Χατζηγιάννη που για κάποιο λόγο που δεν ξέρω ακόμα, αλλά θα μάθω, έχεις συνδέσει τα τραγούδια του με προσωπικές εμπειρίες.
Επίσης πρέπει να περνάς και ένα λούκι με το πρόσωπο και ...θες κι άλλα;”
“για συνέχισε”είπε με πολύ ενδιαφέρον και περιέργεια
“οκευ και και τελευταίο. Τόσο όμορφα μάτια είναι αμαρτία να κλαίνε, αυτά και στην υγειά μας” της είπα και της πρότεινα το ποτήρι μου. Με κοίταζε κατευθείαν μέσα στα μάτια ενώ έπινε γουλιά γουλιά το κρασί της.
“θα με κερασεις ένα από τα τσιγάρα σου;” της έδωσα ένα και της το άναψα. Είχε περάσει ένα ολόκληρο λεπτό χωρίς να πει τίποτα. Απλά κοιταζόμασταν στα μάτια, σαν το παιγνίδι που παίζαμε μικροί. Έχανε αυτός που φλεβαριζε πρώτος. Μόνο που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχανε κανείς. Έτσι νόμιζα!
“το ξέρεις ότι σε όλα, μα σε όλα ρε πούστη μου, έχεις πέσει μέσα; πως γίνεται αυτό; δεν μπορώ να το πιστέψω, εντάξει την μουσική την είχα δυνατά, αλλά όλα τ'αλλα;”
“θα σου πω μετά, δεν είναι δύσκολο, αλλά πρώτα πες μου γιατι έκλαιγες, και δεν θέτω θέμα αδιακρισιας απ την ώρα που παραδεχθηκες ότι μπορείς να μου πεις τα πάντα, και για να σε προλάβω, να ξέρεις ότι οτιδήποτε πούμε μένει μεταξύ μας. Δεν μπορώ να διανοηθώ καν μπορεί να υπάρξει άνθρωπος που να σε κάνει να κλαψεις.Μου βγάζεις μαγκακι. Κακό δεν είναι το κλάμα βέβαια γιατι ξελαφρώνεις αλλά γιατι;”.
Και εκεί άρχισε. Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής της ξεδιπλώθηκαν μπροστά μου, όχι με όλες τις λεπτομέρειες, αλλά αρκετές για να καταλάβω ότι είχα να κάνω με έναν άνθρωπο , που ειχε ταλαιπωρήσει και ταλαιπωρούσε ακόμα τον εαυτό του με τις επιλογές του. Όλοι μας κάνουμε λάθος επιλογές, είναι φυσιολογικό, αλλά στην περίπτωση αυτή, άγγιζε τα όρια της αυτοκαταστροφής. Είχε πλέξει από μόνη της έναν ιστό, ειχε παγιδευτεί η ίδιαια μέσα, και δεν μπορούσε να ελευθερωθεί. Να λυτρωθεί είναι το σωστό.
Δεν ξέρω πως πέρασε μιάμιση ώρα χωρίς να πω τίποτα.
Απλά συμφωνούσα η έκανα νεύματα καταφασης. Της άναβα τα τσιγάρα και της γέμιζα το ποτήρι. Ο λόγος της ειχε μια ένταση που έφτασε στο τέλος να είναι έτοιμη να κλάψει. Όταν αντικρυσα τα βουρκωμένα μάτια της και την άκουσα να μου λέει: “Κώστα πίστεψε με δεν τα έχω πει σε κανένα άλλον, δεν ξέρω τι να κάνω, έχω χάσει το μυαλό μου, παιδεύω την μάνα μου, την έχω αρρωστήσει, σε παρακαλώ πες μου, νοιώθω ότι μπορείς να μου πεις τι να κάνω” εκείνη την ώρα ήθελα να την αγκαλιάσω, να της χαιδεψω τα μαλλιά, να της υποσχεθώ ότι θα κάνω ότι μπορώ να την βοηθήσω. Αλλά ένοιωσα πολύ λίγος, πολύ μικρός. Η κοπέλα οντως υπέφερε.
Της έπιασα το χέρι και το μόνο που κατάφερα να της πω ήταν “δεν ξέρω αν αυτό που θα σου πω θα είναι το σωστό. Είμαι σίγουρος ότι μπορείς να βρεις την λύση , αλλά ένα μπορώ να σου υποσχεθώ. Ότι ώρα, όποια μέρα με χρειαστείς θα είμαι δίπλα σου.”
“αυτό και μόνο φτάνει. Τελικά εκτός από δουλειά , βρήκα και φίλο, και τι φίλο,λοιπόν τώρα μου χρωστάς και εσύ κάτι, πως τα κατάλαβες όλα απ το τηλέφωνο; για λέγε”
“μαθηματικά πως τα πήγαινες στο σχολείο;” ρώτησα γελώντας για να αποφορτίσω το κλίμα.
“άντε πάλι τα ίδια, τα κουφά, μέτρια ήμουνα”
“λοιπόν γλυκιά μου δεσποινίς, ένα πράγμα στον κόσμο δεν λέει ποτέ ψέματα, κι αυτό είναι οι αριθμοί. Και οι αριθμοί λένε ότι το ογδόντα τοις εκατό των γυναικών όταν είναι ξαπλωμενες παίρνουν εμβρυακή στάση, όταν δε είναι και στεναχωρημενες το ποσοστό αγγίζει το ενενήντα πέντε. Πάμε παρακάτω. Το φορμακι το έπαιξα πενήντα – πενήντα και στάθηκα απλά τυχερός. Όσο για τα κλάματα δεν είμαι και τόσο άσχετος. Οι κύκλοι αγάπη μου κάτω απ τα μάτια, δεν κρατάνε πότε μυστικά, είναι ρουφιάνοι”.
Γούρλωσε τα κατακόκκινα μάτια της και είπε με θαυμασμό “δεν σε πιστεύω, έκανες όλους αυτούς τους συνοιρμους και έβγαλες το σωστό συμπέρασμα. Είσαι σατανάς τελικά.”
“ειδικότητα αποκτηθείσα εν τω στρατευματι” απάντησα με το πομπώδες ύφος που με διέκρινε κάποιες φορές, “ανακριτής αιχμαλώτων πολέμου”.
“υπάρχει τέτοια ειδικότητα στον στρατό;”
“είναι υποειδικοτητα , και άρχισα να γελάω, η κανονική είναι τσάτσος. Αν έχεις μέσον προχωράς στις υποειδικοτητες”
“δεν ντρέπεσαι ρε να κοροϊδεύεις μια ξανθιά στεναχωρημένη; να ρωτήσω και κάτι άλλο; μπορώ;”
“εδώ που φτάσαμε θα στα πω όλα” και έκανα μια γκριμάτσα φοβισμένου μάρτυρα.
“τι έχεις σπουδάσει;”
“ανάλυση εμπορικών και βιομηχανικών εφαρμογών”
“μόνο; δεν μου φαίνεσαι για τεχνοκράτης”
“καλά και λίγο ψυχολογία”
“πόσο λίγο; δηλαδή πήγες κάπου και είπες θέλω δυο κιλά ανάλυση και τρία κιλά ψυχολογία; ρε με δουλεύεις;”.
“δεν σου λέω, έτσι να σκάσεις,παλληκαρι μας φέρνεις τον λογαριασμό σε παρακαλώ;” είπα στο σερβιτόρο που πέρναγε.
“λοιπόν εγώ κερναω για την δουλειά μου”
“χα χα ας γελάσω κατσαρά, πας καλά κοπελιά μου; θες να το μάθει ο πατέρας μου και να με αποκληρώσει; ανήκω στην γενιά που γαλουχήθηκε με αξίες, προσέχουμε και τιμάμε τις γυναίκες και πάνω απ όλα δεν μάθαμε το μισά- μισά και κερνάει η γυναίκα. Γι αυτό βάλε το πορτοφόλι σου μέσα , μην γίνουμε θέμα στο βραδυνο δελτίο”
“τι να σου πω, δεν είναι σωστό αυτό”
“αν είναι σωστό η όχι θα το κρίνει η ιστορία, δουλειά δεν μου είπες από πότε ξεκινάς; και με τι λεφτά;.”
“δεύτερα δίνω παραίτηση και μια βδομάδα διορία, και απ την μεθεπόμενη βδομάδα ξεκινάω στον Βασίλη. Τώρα από λεφτά μου είπε ένα νούμερο αλλά δεν ξέρω αν είναι καθαρά η μεικτά”
“καθαρά είναι” είπα με μια βεβαιότητα και χασκογελουσα σαν να προδιδα την ανάμιξη μου.
Είχαμε αρχίσει να περπατάμε προς το σπίτι μου και μόλις είχαμε περάσει την λεωφόρο όταν σταμάτησε ξαφνικά μπροστά μου και με τα χέρια στην μέση με ρώτησε “και που το ξέρεις εσύ; και πόσα είναι ; αφού τα ξέρεις όλα”.
¨ρε ξανθό χίλια διακόσια δεν σου είπε;”
“χα την πάτησες κύριε. Χίλια μου είπε συν ένα μηχανάκι για τα διόδια της αττικής συν τις βενζίνες μου, δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ είμαι πολύ ευχαριστημένη,α μην το ξεχάσω, και δυο σαββατα τον μήνα που θα πληρώνονται ξεχωριστά. Έτσι μου ρχεται να σε φιλήσω”
“ποτέ μην καταπιεζεις τον εαυτό σου” είπα και της έτεινα το μάγουλο μου.
Με αγκάλιασε σαν μικρο παιδάκι και με φίλησε σταυρωτά και στα δυο μάγουλα.
Ένα μακρόσυρτο και επαναλαμβανόμενο κορνάρισμα ακούστηκε πίσω μας. Γυρίσαμε και είδαμε τον Χρήστο να μουντζώνει.
“ρε είστε καλά; λείπετε τέσσερις ώρες και δεν σηκώνεται κινητά, τα χετε παίξει εντελώς και φιλιεστε στην μέση του δρόμου; έχω αφήσει το μαγαζί και σας ψάχνω”.
“εγώ τοχω αφήσει σπίτι”
“εγώ στο αμάξι”
“κι εγώ είμαι ο μαλάκας που σας ψάχνει, άντε μπείτε μεσώ μην σας χέσω και τα δυο ,μαλακισμενα παιδάκια”.
Άνοιξα την πόρτα στην Αντα και έκανα να κάτσω μαζί της στο πίσω κάθισμα, όταν άκουσα τον Χρήστο να λέει γελώντας κι αυτός:
“έλα μπροστά ρε που θα κάνω και τον ταξιτζή, δεν σου είπα ρε κοπέλα μου να τον προσέχεις ; είναι επικίνδυνος”.
“αχ μακάρι να υπήρχαν κι άλλοι τέτοιοι επικίνδυνοι άντρες , είσαι πολύ τυχερός που μένετε κοντά και είστε όλη την μέρα μαζί, εγώ πάντως σήμερα πέρασα μια από τις ωραιότερες μέρες μου.”
Περάσαμε απ το μαγαζί να πούμε ένα γεια στην Λίνα και καταλήξαμε σπίτι μου γιά ένα τελευταίο καφεδάκι. Είχαμε πιει λίγο παραπάνω και δεν την άφηνα να οδηγήσει πριν περάσει λίγη ώρα.
Της εξηγούσα πως πήρα την απόφαση να ψάξω σπίτι στην παραλία , όταν ο υπολογιστής άρχισε να βγάζει αυτούς τους παράξενους ήχους.
Τον είχα πάντα σε κατάσταση online και ειχε γεμίσει παράθυρα ανοικτά.
Ήταν όλοι εκεί.
Το ανίψι μου ο Γιώργος. Ένας τρομερός πιτσιρικάς απ την Κοζάνη δεκαπέντε χρονών, που με φώναζε θείο, ήταν παναθηναϊκός και γνωριστήκαμε διαδυκτιακα, στο football manager, ένα παιγνίδι για άντρες ,άντε για μικρούς άντρες . Προσπαθούσα να τον ξεκολλησω απ το κόσμο των υπολογιστών και να τον βάλω στο κόσμο του βιβλίου, αλλά μάταια. Σαν να προσπαθείς να πείσεις τον καραγκούνη να μην πέφτει κάτω και σφαδάζει, όταν τον ακουμπάνε, γίνεται; δεν γίνεται. Έτσι και με το ανίψι μου.
“έλα ρε θείο, που είσαι και έχω πάρει ιο. Θειοοοοοο , ελα θειοοοο” κοίταξα την ώρα του μηνύματος, σαράντα λεπτά πριν.
Εκεί ήταν και η Αντζυ. Ήταν η μόνη που είχαμε γνωριστεί από κοντά
και κάναμε και παρέα. Είχα ταβλιαστεί μια μέρα στην μέση της Ομονοίας, με πήγανε στον “ευαγγελισμό” και εκεί ήταν η Αντζυ αποκλειστική. Η χαρά του αρρώστου. Τον κάναμε τον θάλαμο παιδική χαρά καθότι Αντζυ σημαίνει γέλιο. Η καλύτερη θεραπεία, και μεταξύ μας η μόνη που κατάλαβε ότι δεν είχα τίποτα, και ότι όλα ήταν απ'το άγχος. Μετά από αυτό ο φραπες και το τσιγάρο δεν έλλειπαν απ την ημερήσια διάταξη .
“που είσαι ρε χαμένο πάλι κοπροσκυλας; κανόνισε να σε ξαναφέρουν με την ζωή που κάνεις. Θα σ'αφησω να ψοφησεις κακομοίρη μου”.
Αυτή το ειχε στείλει δυο ώρες πριν.
Την ένοιωσα που κοίταγε πάνω απ τον ώμο μου. “σε έκλεψα απ τους φίλους σου σήμερα, να αισθάνομαι ένοχη;”
“ασχολείσαι καθόλου με internet;”
“όχι ρε γαμώτο ,πέραν του προγράμματος που έχουμε στην δουλειά, τίποτα άλλο,και θέλω να μάθω.”
“θα σου μάθω εγώ, δεν είναι τίποτα δύσκολο”
“πάμε να κάτσουμε λίγο έξω Κωστή; θέλω κατι να σου πω πριν φύγω”
Σάββατο 7 Μαρτίου 2009
chapter 2 part 3
Φυσικά αυτή που καλούσε ήταν η Αντα.
“όλα καλά έφτασα, αλλά που είναι το σπίτι; να αρχίσω να ρωτάω; είσαι αρκετά διάσημος η θα δυσκολευτω;”
“περίμενε να σου δώσω τον Χρήστο να σε καθοδηγήσει, τρελοκομείο” ενώ χάρηκα που άκουσα τον τόνο της φωνής της. Κυριολεκτικά κελαηδουσε, απεπνεε ένα τόνο χαράς, αισιοδοξίας, ένα τόνο που με έκανε χαρούμενο σαν άνθρωπο που ειχε συμβάλλει σ'αυτο το αποτέλεσμα.
Είχαμε βγει στην ταράτσα και παρακολουθούσαμε τον δρόμο ώσπου είδαμε να ξεπροβάλλει το αυτοκίνητο της ενώ ο Χρήστος της έκανε πλάκα ενώ την καθοδηγούσε.
“μάλλον καλά πας. Τι βλέπεις αριστερά σου;..ωραία, δεξιά σου;”
“τον καφέ πως τον πίνεις; ....χα χα παρκάρισε κι έλα, ... ναι..παίρνεις το ασανσέρ πατάς το τρία, σε βγάζει στο τέσσερα, και μετά ένα όροφο με τα πόδια.. Ε όχι και ανώμαλοι κορίτσι μου, απλά ο εργολάβος το έτσουζε λιγάκι, έλα σε περιμένουμε.”
Εδώ θα μου επιτρέψετε να κάνω μια παρένθεση , ακόμα, για να σας ανοίξω τον κρυφό κατάλογο των προτιμήσεων μου που αφορά το γυναικείο φύλο.
Πάντα μελαχρινές,και πάντα πάνω από ένα και εβδομήντα πέντε.
Στοιχειώδες μυαλό, και αντίληψη, (κάνω και τις παραδοχές μου), και απόλυτος στο θέμα του χιούμορ. Άνθρωποι χωρίς χιούμορ δεν είχαν θέση δίπλα μου αλλά και στην ζωή μου.
“να μαι κι εγώ, καλέ τι ωραίο σπίτι είναι αυτό;” ρώτησε μια κοντή ξανθιά με πλατινέ για την ακρίβεια μαλλί, που ξεπρόβαλε στην πόρτα μου.
Μπήκα τέταρτος στην σειρά καθώς φιλούσε κατά σειρά εμφανίσεως, Θωμά, Λίνα,Χρήστο.
“κι εσύ σίγουρα είσαι ο από μηχανής θεός που βοηθάς ανθρώπους”
είπε και μου έτεινε το χέρι της να με χαιρετίσει.
“Χαίρομαι πάρα πολύ και δεν έχω λόγια να σ'ευχαριστησω, σου χρωστάω πολλά”
“πέραν του κόστους του τηλεφωνήματος δεν χρωστάς τίποτα, κι αυτό επειδή θέλεις να χρωστάς κάτι. Να είσαι σίγουρη ότι κανένας δεν παίρνει κάποιον στην δουλειά του αν δεν αξίζει. Και για είμαστε και πιο απόλυτοι, κανένας δεν ρισκάρει την θέση του και την καριέρα του για να εξυπηρετήσει φίλη φίλου, αν δεν είναι εκατό τοις εκατό σίγουρος για τις δυνατότητες της. Οκ; το κλείσαμε. Κάτσε τώρα απόλαυσε την θέα και πες μας τι έγινε γιατι δεν ξέρουμε τίποτα.”
“ το ξέρω , είπα στον Βασίλη να μην σου πει τίποτα γιατι ήθελα να στα πω εγώ.”
“μπα; έγινε και Βασίλης ακόμα δεν τον είδαμε;”
“είναι καταπληκτικός άνθρωπος, αυτός μου είπε να τον λέω έτσι, και πιο πολύ μιλάγαμε για σένα παρά για την δουλειά”
“α, ναι; και τι λέγατε αν επιτρέπεται; καλά η κακά”
“δεν έχω ακούσει καλύτερα λόγια για έναν άνθρωπο από έναν άλλο”
“που όμως τυγχάνει να είναι φίλος του” , συμπλήρωσα νοιώθοντας όβολα.
Είχαμε κάτσει στις μαξιλάρες και πίναμε τον καφέ μας και την άκουγα να λέει τα πάντα για την δουλειά της, να ρωτάει πως πάνε τα παιδιά στο καινούργιο εγχείρημα τους, και γενικά έβλεπα ένα άτομο που δεν ειχε καμία σχέση με ότι είχα ακούσει από το τηλέφωνο.
“Εγώ παιδάκια πάω να μαγειρέψω, γιατι θα μείνουν νηστικοί οι άντρες μου, θα έρθετε να φάμε όλοι μαζί;” είπε η Λίνα.
Εκείνη την ώρα ανέκτησα τα ηνία και με τρόπο που δεν σήκωνε αντίρρηση είπα “ α όχι, σήμερα θα μου κάνει την τιμή η Αντα να πάμε να φάμε μαζί για να γιορτάσουμε την καινούργια της δουλειά
Ε τι λες;”
“γιατι όχι, με χαρά , μόνο Χρήστο θα σου ζητήσω μια χάρη, μη μάθουν οι άλλοι ότι είμαι εδώ, θα πούνε γιατι δεν πήγα να τους δω και ξέρεις τώρα, πως είναι οι γέροι”
“εντάξει μείνε ήσυχη, αυτόν μόνο πρόσεχε, συμπλήρωσε γελώντας, γιατι δεν αφήνει θηλυκό για θηλυκό, μην τον βλέπεις έτσι είναι επικίνδυνος τύπος”
“Χρήστο έφευγες μην σε καθυστερουμε,” και περνώντας το χέρι μου πάνω απ τον ώμο του τον συνόδευσα μέχρι την πόρτα.
“Πάντως είσαι μεγάλος πούστης, δεν παίζεις δίκαια, τι ήταν αυτό που πέταξες;”
“σιγά μην σε ταΐζω ένα μήνα ρε μαλάκα, πας καλά;”
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και είδα την Αντα να έχει βγει στην ταράτσα και να παίρνει βαθιές αναζωογονητικές ανάσες με τα μάτια κλειστά.
“είδες τι χάνεται οι Αθηναίοι;”
“καλά εδώ είσαι Βασιλιάς, δεν το συζητώ, με τα παιδιά γνωρίζεστε καιρό;”
“δεν θα το έλεγα καιρό, δυο τρεις μήνες μόνο αλλά πως να στο εξηγήσω ,λες και είμαστε μαζί χρόνια”
“πάντως το χεις αυτό, κάνεις τον άλλο και αισθάνεται μαζί σου οικεία σχεδόν απ την πρώτη στιγμή. Εμένα μου φαίνεται ότι σε ξέρω χρόνια , μην το θεωρήσεις υπερβολή, ακούγεται τρελλο αλλά νοιώθω ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ για οτιδήποτε”
“ μην μασσας ο αέρας είναι, τυχαία ήρθα εδώ; είναι μέρος μιας ευρύτερης συνομοσιας να κατακτήσω τον κόσμο, έλα μην γελάς, πάμε να φάμε τίποτα, γιατι εγώ όταν πεινάω δεν ζαλίζομαι απλώς, λιποθυμαω” .
Το γεύμα κύλησε πάρα πολύ ευχάριστα. Και ειχε και μεγάλη διάρκεια Συνήθως εγώ είμαι ο φλύαρος και ο περίεργος , αλλά εκείνη την μέρα είδα έναν άνθρωπο που απελευθερώθηκε, έναν άνθρωπο που ειχε ανάγκη έναν άλλον άνθρωπο, κάποιον να την ακούσει, αυτό το απλό πράγμα που έχουμε όλοι μας κάποια στιγμή ανάγκη. Σε κάποιον να τα πούμε, να ξελαφρώσουμε.
Δεν συνέβη έτσι εύκολα όμως. Όλα ξεκίνησαν με μια ερώτηση που της έκανα μετά την πρώτη πρόποση .
“καθρέφτη έχεις σπίτι σου;'
“και βέβαια, και μάλιστα τεράστιο”
“που ακριβώς είναι, σε ποιο δωμάτιο;”
“καλά ότι δεν είσαι απ τους ανθρώπους που συναντας κάθε μέρα τοχω καταλάβει, αλλά και οι ερωτήσεις σου είναι το ίδιο νομίζω, σπάνιες”
“λέγε ρε που θα κρίνεις και τις ερωτήσεις του Θείου Κωτσου, και για να σε βοηθήσω τον καθρέφτη τον έχεις εκεί που κάθεσαι και μιλάς στο τηλέφωνο;”
γελώντας και εντελώς χαλαρωμενη, προσπαθούσε να σκεφτεί. Την έβγαλα απ τον κόπο συμπληρώνοντας.
“αν δεν τον έχεις εκεί , να τον βάλεις αύριο, για να δεις την διαφορά. Αν μπορούσες να δεις τώρα αυτό που βλέπω , και έχοντας σχηματίσει μια εικόνα απ τις χτεσινές συνομιλίες μας θα έβλεπες γιατι επιμένω, μην με κοιτάς τρωγε”
Είχαμε παραγγείλει μια ψαρουκλα που την πάλευε με το μαχαίρι και το πηρουνι.
“Κοριτσάρα μου δεν ακούς τι σου λέει το ψάρι;”
“όχι τι λέει”
¨σκυψε λίγο , άκου, ακούς;”
“όχι”
“να με ακουμπήσουν τα χεράκια σου κι ας πεθάνω, λέει. Πιαστο με τα χεράκια να του ικανοποιήσεις την τελευταία του επιθυμία”.
Κλείνω τα μάτια μου κι ακόμα ακούω τα γέλια της. Την βλέπω πως έγλυφε μετά ένα ένα τα δάχτυλα της, όπως η Βουγιουκλάκη, δεν θυμάμαι σε ποια ταινία.
Πολύ εύκολα το ένα μπουκάλι κρασί απόκτησε ταίρι, οι άμυνες , και οι γλώσσες είχαν χαλαρώσει. Η διάθεση ειχε βάλει την καλή της φορεσιά, και δικαιωματικά καθόταν στην καλύτερη θέση του τραπεζιού.
Το στρείδι που ειχε καθίσει στην ψυχή της ,σιγά σιγά άνοιγε και άφηνε να φανεί όλη η θλίψη που έκρυβε.
Δεν έπαιζα με καθαρούς όρους και το ήξερα. Αυτό όμως που επίσης ήξερα αλλά δεν του έδωσα σημασία είναι ότι , η ζωή τιμωρεί.
“όλα καλά έφτασα, αλλά που είναι το σπίτι; να αρχίσω να ρωτάω; είσαι αρκετά διάσημος η θα δυσκολευτω;”
“περίμενε να σου δώσω τον Χρήστο να σε καθοδηγήσει, τρελοκομείο” ενώ χάρηκα που άκουσα τον τόνο της φωνής της. Κυριολεκτικά κελαηδουσε, απεπνεε ένα τόνο χαράς, αισιοδοξίας, ένα τόνο που με έκανε χαρούμενο σαν άνθρωπο που ειχε συμβάλλει σ'αυτο το αποτέλεσμα.
Είχαμε βγει στην ταράτσα και παρακολουθούσαμε τον δρόμο ώσπου είδαμε να ξεπροβάλλει το αυτοκίνητο της ενώ ο Χρήστος της έκανε πλάκα ενώ την καθοδηγούσε.
“μάλλον καλά πας. Τι βλέπεις αριστερά σου;..ωραία, δεξιά σου;”
“τον καφέ πως τον πίνεις; ....χα χα παρκάρισε κι έλα, ... ναι..παίρνεις το ασανσέρ πατάς το τρία, σε βγάζει στο τέσσερα, και μετά ένα όροφο με τα πόδια.. Ε όχι και ανώμαλοι κορίτσι μου, απλά ο εργολάβος το έτσουζε λιγάκι, έλα σε περιμένουμε.”
Εδώ θα μου επιτρέψετε να κάνω μια παρένθεση , ακόμα, για να σας ανοίξω τον κρυφό κατάλογο των προτιμήσεων μου που αφορά το γυναικείο φύλο.
Πάντα μελαχρινές,και πάντα πάνω από ένα και εβδομήντα πέντε.
Στοιχειώδες μυαλό, και αντίληψη, (κάνω και τις παραδοχές μου), και απόλυτος στο θέμα του χιούμορ. Άνθρωποι χωρίς χιούμορ δεν είχαν θέση δίπλα μου αλλά και στην ζωή μου.
“να μαι κι εγώ, καλέ τι ωραίο σπίτι είναι αυτό;” ρώτησε μια κοντή ξανθιά με πλατινέ για την ακρίβεια μαλλί, που ξεπρόβαλε στην πόρτα μου.
Μπήκα τέταρτος στην σειρά καθώς φιλούσε κατά σειρά εμφανίσεως, Θωμά, Λίνα,Χρήστο.
“κι εσύ σίγουρα είσαι ο από μηχανής θεός που βοηθάς ανθρώπους”
είπε και μου έτεινε το χέρι της να με χαιρετίσει.
“Χαίρομαι πάρα πολύ και δεν έχω λόγια να σ'ευχαριστησω, σου χρωστάω πολλά”
“πέραν του κόστους του τηλεφωνήματος δεν χρωστάς τίποτα, κι αυτό επειδή θέλεις να χρωστάς κάτι. Να είσαι σίγουρη ότι κανένας δεν παίρνει κάποιον στην δουλειά του αν δεν αξίζει. Και για είμαστε και πιο απόλυτοι, κανένας δεν ρισκάρει την θέση του και την καριέρα του για να εξυπηρετήσει φίλη φίλου, αν δεν είναι εκατό τοις εκατό σίγουρος για τις δυνατότητες της. Οκ; το κλείσαμε. Κάτσε τώρα απόλαυσε την θέα και πες μας τι έγινε γιατι δεν ξέρουμε τίποτα.”
“ το ξέρω , είπα στον Βασίλη να μην σου πει τίποτα γιατι ήθελα να στα πω εγώ.”
“μπα; έγινε και Βασίλης ακόμα δεν τον είδαμε;”
“είναι καταπληκτικός άνθρωπος, αυτός μου είπε να τον λέω έτσι, και πιο πολύ μιλάγαμε για σένα παρά για την δουλειά”
“α, ναι; και τι λέγατε αν επιτρέπεται; καλά η κακά”
“δεν έχω ακούσει καλύτερα λόγια για έναν άνθρωπο από έναν άλλο”
“που όμως τυγχάνει να είναι φίλος του” , συμπλήρωσα νοιώθοντας όβολα.
Είχαμε κάτσει στις μαξιλάρες και πίναμε τον καφέ μας και την άκουγα να λέει τα πάντα για την δουλειά της, να ρωτάει πως πάνε τα παιδιά στο καινούργιο εγχείρημα τους, και γενικά έβλεπα ένα άτομο που δεν ειχε καμία σχέση με ότι είχα ακούσει από το τηλέφωνο.
“Εγώ παιδάκια πάω να μαγειρέψω, γιατι θα μείνουν νηστικοί οι άντρες μου, θα έρθετε να φάμε όλοι μαζί;” είπε η Λίνα.
Εκείνη την ώρα ανέκτησα τα ηνία και με τρόπο που δεν σήκωνε αντίρρηση είπα “ α όχι, σήμερα θα μου κάνει την τιμή η Αντα να πάμε να φάμε μαζί για να γιορτάσουμε την καινούργια της δουλειά
Ε τι λες;”
“γιατι όχι, με χαρά , μόνο Χρήστο θα σου ζητήσω μια χάρη, μη μάθουν οι άλλοι ότι είμαι εδώ, θα πούνε γιατι δεν πήγα να τους δω και ξέρεις τώρα, πως είναι οι γέροι”
“εντάξει μείνε ήσυχη, αυτόν μόνο πρόσεχε, συμπλήρωσε γελώντας, γιατι δεν αφήνει θηλυκό για θηλυκό, μην τον βλέπεις έτσι είναι επικίνδυνος τύπος”
“Χρήστο έφευγες μην σε καθυστερουμε,” και περνώντας το χέρι μου πάνω απ τον ώμο του τον συνόδευσα μέχρι την πόρτα.
“Πάντως είσαι μεγάλος πούστης, δεν παίζεις δίκαια, τι ήταν αυτό που πέταξες;”
“σιγά μην σε ταΐζω ένα μήνα ρε μαλάκα, πας καλά;”
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα και είδα την Αντα να έχει βγει στην ταράτσα και να παίρνει βαθιές αναζωογονητικές ανάσες με τα μάτια κλειστά.
“είδες τι χάνεται οι Αθηναίοι;”
“καλά εδώ είσαι Βασιλιάς, δεν το συζητώ, με τα παιδιά γνωρίζεστε καιρό;”
“δεν θα το έλεγα καιρό, δυο τρεις μήνες μόνο αλλά πως να στο εξηγήσω ,λες και είμαστε μαζί χρόνια”
“πάντως το χεις αυτό, κάνεις τον άλλο και αισθάνεται μαζί σου οικεία σχεδόν απ την πρώτη στιγμή. Εμένα μου φαίνεται ότι σε ξέρω χρόνια , μην το θεωρήσεις υπερβολή, ακούγεται τρελλο αλλά νοιώθω ότι μπορώ να σε εμπιστευτώ για οτιδήποτε”
“ μην μασσας ο αέρας είναι, τυχαία ήρθα εδώ; είναι μέρος μιας ευρύτερης συνομοσιας να κατακτήσω τον κόσμο, έλα μην γελάς, πάμε να φάμε τίποτα, γιατι εγώ όταν πεινάω δεν ζαλίζομαι απλώς, λιποθυμαω” .
Το γεύμα κύλησε πάρα πολύ ευχάριστα. Και ειχε και μεγάλη διάρκεια Συνήθως εγώ είμαι ο φλύαρος και ο περίεργος , αλλά εκείνη την μέρα είδα έναν άνθρωπο που απελευθερώθηκε, έναν άνθρωπο που ειχε ανάγκη έναν άλλον άνθρωπο, κάποιον να την ακούσει, αυτό το απλό πράγμα που έχουμε όλοι μας κάποια στιγμή ανάγκη. Σε κάποιον να τα πούμε, να ξελαφρώσουμε.
Δεν συνέβη έτσι εύκολα όμως. Όλα ξεκίνησαν με μια ερώτηση που της έκανα μετά την πρώτη πρόποση .
“καθρέφτη έχεις σπίτι σου;'
“και βέβαια, και μάλιστα τεράστιο”
“που ακριβώς είναι, σε ποιο δωμάτιο;”
“καλά ότι δεν είσαι απ τους ανθρώπους που συναντας κάθε μέρα τοχω καταλάβει, αλλά και οι ερωτήσεις σου είναι το ίδιο νομίζω, σπάνιες”
“λέγε ρε που θα κρίνεις και τις ερωτήσεις του Θείου Κωτσου, και για να σε βοηθήσω τον καθρέφτη τον έχεις εκεί που κάθεσαι και μιλάς στο τηλέφωνο;”
γελώντας και εντελώς χαλαρωμενη, προσπαθούσε να σκεφτεί. Την έβγαλα απ τον κόπο συμπληρώνοντας.
“αν δεν τον έχεις εκεί , να τον βάλεις αύριο, για να δεις την διαφορά. Αν μπορούσες να δεις τώρα αυτό που βλέπω , και έχοντας σχηματίσει μια εικόνα απ τις χτεσινές συνομιλίες μας θα έβλεπες γιατι επιμένω, μην με κοιτάς τρωγε”
Είχαμε παραγγείλει μια ψαρουκλα που την πάλευε με το μαχαίρι και το πηρουνι.
“Κοριτσάρα μου δεν ακούς τι σου λέει το ψάρι;”
“όχι τι λέει”
¨σκυψε λίγο , άκου, ακούς;”
“όχι”
“να με ακουμπήσουν τα χεράκια σου κι ας πεθάνω, λέει. Πιαστο με τα χεράκια να του ικανοποιήσεις την τελευταία του επιθυμία”.
Κλείνω τα μάτια μου κι ακόμα ακούω τα γέλια της. Την βλέπω πως έγλυφε μετά ένα ένα τα δάχτυλα της, όπως η Βουγιουκλάκη, δεν θυμάμαι σε ποια ταινία.
Πολύ εύκολα το ένα μπουκάλι κρασί απόκτησε ταίρι, οι άμυνες , και οι γλώσσες είχαν χαλαρώσει. Η διάθεση ειχε βάλει την καλή της φορεσιά, και δικαιωματικά καθόταν στην καλύτερη θέση του τραπεζιού.
Το στρείδι που ειχε καθίσει στην ψυχή της ,σιγά σιγά άνοιγε και άφηνε να φανεί όλη η θλίψη που έκρυβε.
Δεν έπαιζα με καθαρούς όρους και το ήξερα. Αυτό όμως που επίσης ήξερα αλλά δεν του έδωσα σημασία είναι ότι , η ζωή τιμωρεί.
Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009
chapter 2, part 2
Κοίταξα την ώρα και προσπάθησα να υπολογίσω αν το ραντεβού της Αντας και του Βασίλη ειχε τελειώσει. Ήθελα να τηλεφωνήσω αλλά δεν ήθελα να φανεί κιόλας ότι αγωνιουσα. Μετά την χθεσινοβραδινή αποδοχή του στοιχήματος σκεφτόμουνα πολύ εγωιστικά και σχεδίαζα πως θα έριχνα την Αντα.
Η όλη φάση με το πιπίνιον ειχε έρθει κουτί και το θεώρησα καλό οιωνό.
Αρχισα να βγάζω σεντόνια και μαξιλάρες έξω να αεριστουν , ξεκινώντας την σαββατιάτικη διαδικασία καθαρισμού του σπιτιού. Ήταν κάτι που μου άρεσε, δεν είμαι απ τους άντρες που δεν μπορούν να ζήσουν μόνοι τους. Και στο μαγείρεμα , να μην περιαυτολογώ , αλλά...αν ο Μαμαλάκης είναι πρόλογος εγώ είμαι το βιβλίο. Τόσο καλά.
Κάθε Κυριακή μαγειρευα για τους φίλους και φαγητά δύσκολα όχι μακαρονάδες και μανιτάρια αλα κρεμ. Και έφτιαχνα και πανακοτα
για το Θωμά που ήταν η αδυναμία του.
Στο σοι μου είχαμε μια συνήθεια τις Κυριακές. Μαγείρευαν οι άντρες, όσο εξωφρενικό κι αν σας ακούγεται. Όχι στην οικογένεια μου μόνο αλλά στο σοι το τονίζω. Δεν ξέρουμε από που ξεκίνησε αλλά δεν το ψάξαμε κιόλας να πω την αλήθεια.
Η δική μου σπεσιαλιτέ ήταν το “πακέτο Ντελόρ” που ειχε πάρει άριστες κριτικές από όσους το είχαν δοκιμάσει. Ένας συνδυασμός ...όχι δεν σας το λέω, θα το γράψω στο τέλος του βιβλίου. Γιατί δηλαδή οι τραγουδιστές βάζουν bonus τραγουδάκι στο cd. Εγώ θα βάλω συνταγή.!
Ο Ρέμος έπαιζε στη διαπασών σκεπάζοντας τα “αγγουρακια” και τα “καρπούζια” και το τηλέφωνο το κατάλαβα απ την δόνηση.
Αντα σας καλεί..
“έλα ρε καλημέρα, τι έγινε; πες μου καλά νέα”
Έτρεχα να κλείσω το στερεοφωνικό γιατι η φωνή της πρόδιδε χαρά και ενθουσιασμό και δεν ήθελα να χάσω λέξη.
“Κώστα μου δεν έχω λόγια να σ'ευχαριστησω. Δεν ξέρω τι να πω”
“ηρέμησε και πες τα μου όλα απ την αρχή, η μάλλον καλύτερα είσαι ακόμα αττική οδό;”
“ναι”
¨έχεις τίποτα κανονισμένο για σήμερα;”
“χμ όχι κάτι που δεν αναβάλλεται” απάντησε με μια δόση συννεφιάς στην σκέψη της.
“ωραία, ξέρεις πως θα έρθεις εδώ;”
“Ε, ναι βέβαια”
“ωραία λοιπόν σε περιμένω να μας τα πεις από κοντά, θα φωνάξω και τα παιδιά. Οκέι;”
“έρχομαι, έρχομαι τι να φέρω;”
“μην κάνεις καμιά μαλακία, τίποτα δεν θα φέρεις έχουμε απ όλα”
Ο πανικός της ξαφνικής επίσκεψης πέρασε από δίπλα μου , αλλά ανέκτησα την ψυχραιμία έτσι όπως την έχασα. Στιγμιαία!
Αξιολογώντας την κατάσταση πήρα την Λίνα τηλέφωνο. Οι φίλες για κάτι τέτοια είναι.
“Κοριτσάρα τι κάνεις;”
“τι να κάνω; γύρισα απ την λαικη και προσπαθώ να μαζέψω το σπίτι, ο φίλος σου παίζει έξω με τον Θωμά, και σκέφτομαι τι να μαγειρέψω για το μεσημέρι, έχεις καμία ιδέα”
“δεν έχω καμία ιδέα, θέλω να παρατησεις ότι κάνεις και να πεις στον Χρήστο να σε φέρει έχουμε θέμα. Έρχεται η Αντα και το σπίτι είναι μπουρδέλο. Έχουμε δεν έχουμε μιση ώρα”
“κλείσε ,βάλε καφέ και ερχόμαστε”
Τα σπίτια μας δεν απείχαν πάνω από τριακόσια μέτρα, στην ουσία είχαμε οπτική επαφή, οπότε είδα την σκόνη που σήκωνε ο παλαβός ο φίλος μου, βρίσκοντας ευκαιρία να ξεμπουκωσει το τζιπ του, στα εκατό μέτρα του χωματόδρομου που χώριζε το σπίτι του απ την κεντρική λεωφόρο.
Μέχρι να το καταλάβω άκουγα τον Θωμά να τραγουδάει στην σκάλα.
Άνοιξαν με τα κλειδιά τους και ο Χρήστος ήρθε γελώντας κατευθείαν στην κουζίνα να δει αν είχα έτοιμο καφέ.
“καλά ρε πότε προλαβες; θα την χουφτώσεις; χουφτωστη,χουφτωστη, έλεγε και γελαγε συνέχεια, για πες τι νέα απ την δουλειά;”
¨καλά πρέπει να είναι έρχεται να μας τα πει”
“πάντως είναι μαλακισμένο, εμείς είμαστε εδώ και δεν ήρθε να μας δει και να φάει στο μαγαζί, και τώρα έρχεται σε σένα, έχω δίκιο που την βρίζω;”
“μην γίνεσαι μικροαστός αδερφέ, άσε τον άλλο να χαρεί, και μην γίνεσαι Κατίνος”
“τι θα γίνει θα βάλετε κανένα χεράκι η να πάρω τον καφέ μου και να πάω έξω;” παραπονέθηκε η Λίνα.
Ήταν φανταστικός μαέστρος. Μας έδωσε οδηγίες , ακόμα και ο Θωμάς βοήθησε, και σε λιγότερο από είκοσι λεπτά το σπίτι ήταν έτοιμο, σε μια αξιοπρεπή κατάσταση και βρέθηκε και χρόνος να κάτσουμε να πιούμε τα καφεδακια μας.
Τους είπα την φάση με το πιπίνιον και ενώ προσπαθούσαμε να συγκρατήσουμε τον Θωμά που ήταν ικανός να επαναφέρει το σπίτι στην προ εικοσάλεπτου κατάσταση, χτύπησε το τηλέφωνο.
Φυσικά αυτή που καλούσε ήταν η Αντα.
Η όλη φάση με το πιπίνιον ειχε έρθει κουτί και το θεώρησα καλό οιωνό.
Αρχισα να βγάζω σεντόνια και μαξιλάρες έξω να αεριστουν , ξεκινώντας την σαββατιάτικη διαδικασία καθαρισμού του σπιτιού. Ήταν κάτι που μου άρεσε, δεν είμαι απ τους άντρες που δεν μπορούν να ζήσουν μόνοι τους. Και στο μαγείρεμα , να μην περιαυτολογώ , αλλά...αν ο Μαμαλάκης είναι πρόλογος εγώ είμαι το βιβλίο. Τόσο καλά.
Κάθε Κυριακή μαγειρευα για τους φίλους και φαγητά δύσκολα όχι μακαρονάδες και μανιτάρια αλα κρεμ. Και έφτιαχνα και πανακοτα
για το Θωμά που ήταν η αδυναμία του.
Στο σοι μου είχαμε μια συνήθεια τις Κυριακές. Μαγείρευαν οι άντρες, όσο εξωφρενικό κι αν σας ακούγεται. Όχι στην οικογένεια μου μόνο αλλά στο σοι το τονίζω. Δεν ξέρουμε από που ξεκίνησε αλλά δεν το ψάξαμε κιόλας να πω την αλήθεια.
Η δική μου σπεσιαλιτέ ήταν το “πακέτο Ντελόρ” που ειχε πάρει άριστες κριτικές από όσους το είχαν δοκιμάσει. Ένας συνδυασμός ...όχι δεν σας το λέω, θα το γράψω στο τέλος του βιβλίου. Γιατί δηλαδή οι τραγουδιστές βάζουν bonus τραγουδάκι στο cd. Εγώ θα βάλω συνταγή.!
Ο Ρέμος έπαιζε στη διαπασών σκεπάζοντας τα “αγγουρακια” και τα “καρπούζια” και το τηλέφωνο το κατάλαβα απ την δόνηση.
Αντα σας καλεί..
“έλα ρε καλημέρα, τι έγινε; πες μου καλά νέα”
Έτρεχα να κλείσω το στερεοφωνικό γιατι η φωνή της πρόδιδε χαρά και ενθουσιασμό και δεν ήθελα να χάσω λέξη.
“Κώστα μου δεν έχω λόγια να σ'ευχαριστησω. Δεν ξέρω τι να πω”
“ηρέμησε και πες τα μου όλα απ την αρχή, η μάλλον καλύτερα είσαι ακόμα αττική οδό;”
“ναι”
¨έχεις τίποτα κανονισμένο για σήμερα;”
“χμ όχι κάτι που δεν αναβάλλεται” απάντησε με μια δόση συννεφιάς στην σκέψη της.
“ωραία, ξέρεις πως θα έρθεις εδώ;”
“Ε, ναι βέβαια”
“ωραία λοιπόν σε περιμένω να μας τα πεις από κοντά, θα φωνάξω και τα παιδιά. Οκέι;”
“έρχομαι, έρχομαι τι να φέρω;”
“μην κάνεις καμιά μαλακία, τίποτα δεν θα φέρεις έχουμε απ όλα”
Ο πανικός της ξαφνικής επίσκεψης πέρασε από δίπλα μου , αλλά ανέκτησα την ψυχραιμία έτσι όπως την έχασα. Στιγμιαία!
Αξιολογώντας την κατάσταση πήρα την Λίνα τηλέφωνο. Οι φίλες για κάτι τέτοια είναι.
“Κοριτσάρα τι κάνεις;”
“τι να κάνω; γύρισα απ την λαικη και προσπαθώ να μαζέψω το σπίτι, ο φίλος σου παίζει έξω με τον Θωμά, και σκέφτομαι τι να μαγειρέψω για το μεσημέρι, έχεις καμία ιδέα”
“δεν έχω καμία ιδέα, θέλω να παρατησεις ότι κάνεις και να πεις στον Χρήστο να σε φέρει έχουμε θέμα. Έρχεται η Αντα και το σπίτι είναι μπουρδέλο. Έχουμε δεν έχουμε μιση ώρα”
“κλείσε ,βάλε καφέ και ερχόμαστε”
Τα σπίτια μας δεν απείχαν πάνω από τριακόσια μέτρα, στην ουσία είχαμε οπτική επαφή, οπότε είδα την σκόνη που σήκωνε ο παλαβός ο φίλος μου, βρίσκοντας ευκαιρία να ξεμπουκωσει το τζιπ του, στα εκατό μέτρα του χωματόδρομου που χώριζε το σπίτι του απ την κεντρική λεωφόρο.
Μέχρι να το καταλάβω άκουγα τον Θωμά να τραγουδάει στην σκάλα.
Άνοιξαν με τα κλειδιά τους και ο Χρήστος ήρθε γελώντας κατευθείαν στην κουζίνα να δει αν είχα έτοιμο καφέ.
“καλά ρε πότε προλαβες; θα την χουφτώσεις; χουφτωστη,χουφτωστη, έλεγε και γελαγε συνέχεια, για πες τι νέα απ την δουλειά;”
¨καλά πρέπει να είναι έρχεται να μας τα πει”
“πάντως είναι μαλακισμένο, εμείς είμαστε εδώ και δεν ήρθε να μας δει και να φάει στο μαγαζί, και τώρα έρχεται σε σένα, έχω δίκιο που την βρίζω;”
“μην γίνεσαι μικροαστός αδερφέ, άσε τον άλλο να χαρεί, και μην γίνεσαι Κατίνος”
“τι θα γίνει θα βάλετε κανένα χεράκι η να πάρω τον καφέ μου και να πάω έξω;” παραπονέθηκε η Λίνα.
Ήταν φανταστικός μαέστρος. Μας έδωσε οδηγίες , ακόμα και ο Θωμάς βοήθησε, και σε λιγότερο από είκοσι λεπτά το σπίτι ήταν έτοιμο, σε μια αξιοπρεπή κατάσταση και βρέθηκε και χρόνος να κάτσουμε να πιούμε τα καφεδακια μας.
Τους είπα την φάση με το πιπίνιον και ενώ προσπαθούσαμε να συγκρατήσουμε τον Θωμά που ήταν ικανός να επαναφέρει το σπίτι στην προ εικοσάλεπτου κατάσταση, χτύπησε το τηλέφωνο.
Φυσικά αυτή που καλούσε ήταν η Αντα.
Τρίτη 3 Μαρτίου 2009
chapter 2 part one
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
“ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ”
....Ειδέ κι αν έχεις φωτεινό, το σπίτι για να τη δεχθείς,
και σα φανεί, τρέξεις σ'’ αυτή κι εμπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι να ‘ρθει, θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.…
Κώστας Ουράνης
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από το ξυπνάς Σάββατο πρωί καλοκαιράκι και να απολαμβάνεις το μυρωδάτο καφεδάκι σου με θέα την παραλία της αναβύσσου.
Σας φαίνεται τέλεια η εικόνα; Αμ δε!!
“έλα τα καλά τα αγγουρακιαααααα”
“πω πω τι έχω σημερααααα”
“οοοολα με την βούλα, πρώτα δοκιμαζεις μετά πληρώνεις”
Όπως καταλάβατε κάθε Σάββατο έξω απ το σπίτι γινόταν λαϊκή, οπότε χουζούρι δεν επιτρεπόταν.
Αλλά όλα αυτά πέρασαν σε δεύτερη μοίρα όταν είδα το φακελάκι να αναβοσβήνει στο κινητό.
“καλημέρα Κώστα. Έφυγα πριν από μισή ώρα και πάω στο ραντεβού. Θα δουλεύουμε και Σάββατα η σήμερα είναι εξαίρεση; Με τον μισθό τι θα κάνω; Έχω πολύ άγχος και τρακ. Όταν ξυπνήσεις πάρε με τηλέφωνο αν μπορείς. Ευχαριστώ για όλα. Αντα.”
Αντί για την Αντα πήρα τον Βασίλη.
“έλα μπιλάκο, καλημέρα”
“καλώς τον, περιμένω την δικιά σου ρε, θάρθει ξέρεις;”
“έρχεται το κορίτσι και να μου το προσέχεις, να μην μας το πειράξουν τα ρεμάλια σου”
“κοίτα ποιος μιλάει, ο αρραβωνιάρης που είναι; πες του ότι πηδιεται γιατι από τότε που έφυγα δεν καταδέχτηκε να δει τι κάνω”
“Μάρθα Βούρτση καταντησες κι εσύ, αφού τόν ξέρεις τον Μητσάρα, το ότι δεν σε παίρνει δεν σημαίνει ότι σε ξέχασε,ρε συ κάτι άλλο σε ήθελα. Πόσο σκοπευεις να δώσεις μισθό για την θέση αυτή;”
“Πόσα θες να της δώσουμε Πασά μου;” είπε γελώντας
“ρε μαλάκα σοβαρά μιλάω, η κοπέλα έρχεται από Νίκαια, χώρια ότι είναι γαμάτη στην δουλειά της, βάλε ότι είναι και κούκλα (μέσα μου προσευχόμουν να είχα δίκιο) ,ε, χίλια διακόκια καθαρά δεν πρέπει να τα παίρνει;”
“χίλια διακόκια;” τι λες ρε; “πας καλά; χίλια τριακοκια παίρνει η πιο παλιά εδώ μέσα,καλά άσε να την δω και να είσαι σίγουρος ότι θα κάνω το καλύτερο. Άσε με τώρα γιατι έχω Ιταλία να διώξω και τρέχω. Θα σε πάρω να σου πω μετά. Οκ κώτσο;”
“έγινε ρε φίλε σε ευχαριστώ για όλα. Φιλιά”
Κοίταξα την ώρα απ το κινητό , εννέα και μιση. Πήρα τον καφέ και
βγήκα στην ταράτσα και χαζεύοντας την λαϊκή προσπάθησα να φτιάξω ένα πρόγραμμα για εκείνη την μέρα.
Σίγουρα σας έχει τύχει να θέλετε να κάψετε το κινητό σας. Καλή εφεύρεση αλλά έχω ακόμα ενδοιασμούς για την χρησιμότητα της.
Ξαφνικά άρχισε να χτυπάει λες και όλοι είχαν δώσει ραντεβού.
Πρώτα πήραν τα παιδιά, Χρήστος και Λίνα, να ρωτήσουν αν ήθελα κάτι απ την λαικη, μετά ο Μητσάκος να προτείνει να πάμε Λουτράκι το βράδυ, γιατι ειχε ξυπνήσει με φαγούρα στο χέρι και ήθελε να πάμε να τους πάρουμε. Μετά ο μπαμπάς να μου πει ότι ειχε ένα γυιό και τον έχασε από τότε που μετακόμισε Ανάβυσσο. Του υποσχέθηκα ότι θα πάω να τον δω την Δευτέρα μετά την δουλειά.
Τελευταία από την πρώτη παρτίδα τηλεφώνων το πιπίνι, η Βουλίτσα.
Όλο νάζι και σκέρτσο.
“έλα μωρό, σε ξύπνησα;'
“καλημέρα μπουμπού, όχι έχω σηκωθεί από νωρίς. Αφού τα ξέρεις λαικη και τα σχετικά, δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Εσύ; τι νέα;”
“ρε μωρό, πειράζει αν δεν έρθω σήμερα;”για την ακρίβεια ήταν, σημεραααααα, με το α τραβηχτό, γιατι το κάνουν αυτό δεν κατάλαβα ακόμα.
“γιατι τι έπαθες;” της είπα ενώ σκεφτόμουν το χαμένο σεξ του σαββατοκύριακου.
“να ρε συ, ήρθε έφοδο απ το χωριό η θεία μου και με είπε ότι θα κάτσει καμιά βδομάδα και μετά θα με πάρει μαζί της. Ο πατέρας μου την έστειλε γιατι λέει ότι χαζολογώ στην Αθήνα ενώ δεν έχω τίποτα να κάνω. Άσε ρε Κώστα μου έχω σκάσει.”
“τότε δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Μάζεψτα και τα λέμε Σεπτέμβρη”
“καλά ρε χαϊβάνι είσαι; Και συ μόνος σου θα αλητευεις με τον Μήτσο; έλα ρε μωροοοοο (πάλι το τράβηξε),”
“ τι έλα ρε βλαμμενο, τι μπορούμε να κάνουμε; για πες εξυπνοπουλι μου. “
“να πω ότι θα πάω διακοπές με την Σοφία την φίλη μου και να ρθω να μείνω εδώ”
Ανατρίχιασα μόνο με την σκέψη. Πάει το καλοκαίρι μου, πάνε οι διακοπές μου, πάνε τα περαστικά χελιδονακια, πάνε τα πρωινά με τους φίλους, ξαφνικά κατέρρεε το σύμπαν γύρω μου.
“και τι θα πω στον πατέρα μου που θα είναι εδώ; να σου συστήσω την νύφη σου που μάλλον είναι εγγονή σου;” ουφ, υπάρχει θεός τελικά και για μας τους εργένηδες και βοηθάει στην κατάλληλη στιγμή.
“θα ρθει εκεί ο μπαμπάς σου; αμάν ρε μωροοοοο, καλά άσε να δω τι θα κάνω και θα σε τηλεφωνήσω, γαμώτο”
“Οκ, πρόσεχε και να μου τηλεφωνείς συχνά. Έτσι μπουμπού μου;”
“καλά δεν έφυγα ακόμα, ρε μήπως θες να με ξεφορτωθεις, μηπως έχετε μπλέξει με τον Μήτσο με τίποτα ρωσσίδες της παραλίας. Ααααχ κακομοίρη μου,θα στα βγάλω τα μάτια”
Τελείωσα την επικοινωνία με το πιπίνιον και γελώντας μπήκα στο σπίτι γιατί ειχε αρχίσει ο ήλιος να γίνεται ενοχλητικός.
“ Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ”
....Ειδέ κι αν έχεις φωτεινό, το σπίτι για να τη δεχθείς,
και σα φανεί, τρέξεις σ'’ αυτή κι εμπρός στα πόδια της συρθείς,
αν είναι να ‘ρθει, θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.…
Κώστας Ουράνης
Δεν υπάρχει τίποτα πιο ωραίο από το ξυπνάς Σάββατο πρωί καλοκαιράκι και να απολαμβάνεις το μυρωδάτο καφεδάκι σου με θέα την παραλία της αναβύσσου.
Σας φαίνεται τέλεια η εικόνα; Αμ δε!!
“έλα τα καλά τα αγγουρακιαααααα”
“πω πω τι έχω σημερααααα”
“οοοολα με την βούλα, πρώτα δοκιμαζεις μετά πληρώνεις”
Όπως καταλάβατε κάθε Σάββατο έξω απ το σπίτι γινόταν λαϊκή, οπότε χουζούρι δεν επιτρεπόταν.
Αλλά όλα αυτά πέρασαν σε δεύτερη μοίρα όταν είδα το φακελάκι να αναβοσβήνει στο κινητό.
“καλημέρα Κώστα. Έφυγα πριν από μισή ώρα και πάω στο ραντεβού. Θα δουλεύουμε και Σάββατα η σήμερα είναι εξαίρεση; Με τον μισθό τι θα κάνω; Έχω πολύ άγχος και τρακ. Όταν ξυπνήσεις πάρε με τηλέφωνο αν μπορείς. Ευχαριστώ για όλα. Αντα.”
Αντί για την Αντα πήρα τον Βασίλη.
“έλα μπιλάκο, καλημέρα”
“καλώς τον, περιμένω την δικιά σου ρε, θάρθει ξέρεις;”
“έρχεται το κορίτσι και να μου το προσέχεις, να μην μας το πειράξουν τα ρεμάλια σου”
“κοίτα ποιος μιλάει, ο αρραβωνιάρης που είναι; πες του ότι πηδιεται γιατι από τότε που έφυγα δεν καταδέχτηκε να δει τι κάνω”
“Μάρθα Βούρτση καταντησες κι εσύ, αφού τόν ξέρεις τον Μητσάρα, το ότι δεν σε παίρνει δεν σημαίνει ότι σε ξέχασε,ρε συ κάτι άλλο σε ήθελα. Πόσο σκοπευεις να δώσεις μισθό για την θέση αυτή;”
“Πόσα θες να της δώσουμε Πασά μου;” είπε γελώντας
“ρε μαλάκα σοβαρά μιλάω, η κοπέλα έρχεται από Νίκαια, χώρια ότι είναι γαμάτη στην δουλειά της, βάλε ότι είναι και κούκλα (μέσα μου προσευχόμουν να είχα δίκιο) ,ε, χίλια διακόκια καθαρά δεν πρέπει να τα παίρνει;”
“χίλια διακόκια;” τι λες ρε; “πας καλά; χίλια τριακοκια παίρνει η πιο παλιά εδώ μέσα,καλά άσε να την δω και να είσαι σίγουρος ότι θα κάνω το καλύτερο. Άσε με τώρα γιατι έχω Ιταλία να διώξω και τρέχω. Θα σε πάρω να σου πω μετά. Οκ κώτσο;”
“έγινε ρε φίλε σε ευχαριστώ για όλα. Φιλιά”
Κοίταξα την ώρα απ το κινητό , εννέα και μιση. Πήρα τον καφέ και
βγήκα στην ταράτσα και χαζεύοντας την λαϊκή προσπάθησα να φτιάξω ένα πρόγραμμα για εκείνη την μέρα.
Σίγουρα σας έχει τύχει να θέλετε να κάψετε το κινητό σας. Καλή εφεύρεση αλλά έχω ακόμα ενδοιασμούς για την χρησιμότητα της.
Ξαφνικά άρχισε να χτυπάει λες και όλοι είχαν δώσει ραντεβού.
Πρώτα πήραν τα παιδιά, Χρήστος και Λίνα, να ρωτήσουν αν ήθελα κάτι απ την λαικη, μετά ο Μητσάκος να προτείνει να πάμε Λουτράκι το βράδυ, γιατι ειχε ξυπνήσει με φαγούρα στο χέρι και ήθελε να πάμε να τους πάρουμε. Μετά ο μπαμπάς να μου πει ότι ειχε ένα γυιό και τον έχασε από τότε που μετακόμισε Ανάβυσσο. Του υποσχέθηκα ότι θα πάω να τον δω την Δευτέρα μετά την δουλειά.
Τελευταία από την πρώτη παρτίδα τηλεφώνων το πιπίνι, η Βουλίτσα.
Όλο νάζι και σκέρτσο.
“έλα μωρό, σε ξύπνησα;'
“καλημέρα μπουμπού, όχι έχω σηκωθεί από νωρίς. Αφού τα ξέρεις λαικη και τα σχετικά, δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς. Εσύ; τι νέα;”
“ρε μωρό, πειράζει αν δεν έρθω σήμερα;”για την ακρίβεια ήταν, σημεραααααα, με το α τραβηχτό, γιατι το κάνουν αυτό δεν κατάλαβα ακόμα.
“γιατι τι έπαθες;” της είπα ενώ σκεφτόμουν το χαμένο σεξ του σαββατοκύριακου.
“να ρε συ, ήρθε έφοδο απ το χωριό η θεία μου και με είπε ότι θα κάτσει καμιά βδομάδα και μετά θα με πάρει μαζί της. Ο πατέρας μου την έστειλε γιατι λέει ότι χαζολογώ στην Αθήνα ενώ δεν έχω τίποτα να κάνω. Άσε ρε Κώστα μου έχω σκάσει.”
“τότε δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Μάζεψτα και τα λέμε Σεπτέμβρη”
“καλά ρε χαϊβάνι είσαι; Και συ μόνος σου θα αλητευεις με τον Μήτσο; έλα ρε μωροοοοο (πάλι το τράβηξε),”
“ τι έλα ρε βλαμμενο, τι μπορούμε να κάνουμε; για πες εξυπνοπουλι μου. “
“να πω ότι θα πάω διακοπές με την Σοφία την φίλη μου και να ρθω να μείνω εδώ”
Ανατρίχιασα μόνο με την σκέψη. Πάει το καλοκαίρι μου, πάνε οι διακοπές μου, πάνε τα περαστικά χελιδονακια, πάνε τα πρωινά με τους φίλους, ξαφνικά κατέρρεε το σύμπαν γύρω μου.
“και τι θα πω στον πατέρα μου που θα είναι εδώ; να σου συστήσω την νύφη σου που μάλλον είναι εγγονή σου;” ουφ, υπάρχει θεός τελικά και για μας τους εργένηδες και βοηθάει στην κατάλληλη στιγμή.
“θα ρθει εκεί ο μπαμπάς σου; αμάν ρε μωροοοοο, καλά άσε να δω τι θα κάνω και θα σε τηλεφωνήσω, γαμώτο”
“Οκ, πρόσεχε και να μου τηλεφωνείς συχνά. Έτσι μπουμπού μου;”
“καλά δεν έφυγα ακόμα, ρε μήπως θες να με ξεφορτωθεις, μηπως έχετε μπλέξει με τον Μήτσο με τίποτα ρωσσίδες της παραλίας. Ααααχ κακομοίρη μου,θα στα βγάλω τα μάτια”
Τελείωσα την επικοινωνία με το πιπίνιον και γελώντας μπήκα στο σπίτι γιατί ειχε αρχίσει ο ήλιος να γίνεται ενοχλητικός.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)