Powered By Blogger

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

chapter1,part 5

Η αλήθεια είναι ότι με τα παιδιά είχαμε δέσει σαν αδέρφια και ακόμα καλύτερα.
Όταν είχα μετακομίσει με χαρά αντίκρισα το μαγαζί τους πενήντα μέτρα από την πολυκατοικία μου.
Καθότι έχω ανακηρυχτεί μέγας χορηγός από την ένωση ψητοπωλείων αττικής, φυσικό ήταν να τους επισκεφτώ και να γνωριστούμε.
Πολύ σύντομα έμαθαν τις γαστρονομικές μου ανωμαλίες, και γρήγορα προσάρμοσαν μενού και ωράρια στα γούστα του καλύτερου πελάτη τους.
Το δικό μου μικρο μυστικό ακόμα δεν το ξέρουν. Δεν πήγαινα εκεί μόνο για το φαΐ.
Ήμασταν μια παρέα που πάντα γελούσαμε . Ακόμα και σε σκατά καταστάσεις περνούσαμε τέλεια. Όταν δεν έλειπα ταξίδι φρόντιζα να ήμουν εκεί πριν τις εφτά το απόγευμα για να έχουμε ένα δίωρο μέχρι να αρχίσει η δουλειά. Δεν ξέρω αν έχετε βρει τους τέλειους φίλους, δεν ξέρω αν είσαστε τόσο τυχεροί, εγώ πάντως είμαι σίγουρος ότι δεν υπάρχουν άλλοι για μένα.

Φανταστείτε τώρα ένα ζευγάρι που δουλεύει σε ψητοπωλείο όλο το βράδυ. Μόλις λοιπόν κλείνουν το μαγαζί ποια είναι η πρώτη τους σκέψη;
να πάνε να ξεκουραστούν θα μου πείτε, λογικά σκεπτόμενοι.
ΛΑΘΟΣ. Καθότι ήταν οι μόνοι που είχαν κλειδί απ το σπίτι μου , ανέβαιναν σιγά σιγά για να μην ξυπνήσουν οι γριές , (αααααλλλλο βάσανο κι αυτό, θα βρω ευκαιρία παρακάτω να αναφερθώ στο κεφάλαιο γριές) έφταναν στον πέμπτο απ τις σκάλες , έμπαιναν σπίτι μου , έφτιαχναν γαλλικό και με ξύπναγαν για κουτσομπολιό μέχρι τις τρεις το πρωί.
Πως το καταφέρναμε κάθε μέρα και δεν είχαμε βαρεθεί ποτέ, ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω.
Πολλές φορές ερχόντουσαν και με παρέα.
Γενικά το σπίτι ειχε γίνει πολύ γνωστό σε πολύ μικρο χρονικό διάστημα. Φανταστείτε ένα στούντιο σαρανταπέντε τετραγωνικών , ρετιρέ, που το μισό αντί για τοίχους ειχε τζαμαρία από πάνω μέχρι κάτω. Έβγαινε σε μια ταράτσα εξήντα τετραγωνικών ντυμένη με ξύλο τικ, αυτό που βάζουν στα κότερα, και με θέα μέχρι εκεί που πάει το μάτι σου.
Την κρεβατοκάμαρα σπάνια την χρησιμοποιούσα, είχα ανακαλύψει την ανατολίτικη φιλοσοφία, και είχα βάλει ένα στρώμα υπερδιπλο στο ξύλινο πάτωμα. Το είχα περιτυλιξει με μια πανδαισία χρωματιστών μαξιλαριών σε όλα τα μεγέθη. Σαράντα μαξιλάρια και μαξιλάρες, ναργιλές, κεράκια, και αιθέρια έλαια, όλα αυτά μαζί με το καλοκαιρινό δειλινό πάνω απ το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, ήταν αρκετά να σε χαλαρώσουν σε υπέρτατο βαθμό.

Εκεί λοιπόν είχα ξαπλώσει περιμένοντας να έρθει το ζεύγος, όταν χτύπησε το κινητό.
“πες μου ότι δεν κοιμήθηκες ακόμα και ότι δεν σε ξυπνάω;”
“Αντα;¨
“ναι εγώ είμαι, ήθελα κάτι να σε ρωτήσω, κάτι που μου έκανε εντύπωση, μπορώ;”
“ τι θα κερδίσω αν απαντήσω σωστά”
“τίποτα, απλά θα ικανοποιήσεις την περιέργεια μιας κοπέλας που κατάφερες να την κάνεις να γελάσει μετά από πολύ καιρό.”
“άσε ρε τα σάπια που χεις πολύ καιρό να γελάσεις. Δεν το πιστεύω, γιατί σήμερα έστω και τηλεφωνικά γνώρισα μια κοπέλα που μου δίνει εντύπωση νικητή και όχι ανθρώπου που τα παρατάει και αν μην τι άλλο αν γελάς έτσι εύκολα με μένα, έχω ελεύθερο το δίωρο δέκα με δώδεκα το βράδυ. Όλα τα άλλα ταχω κλεισμένα γιατί υπάρχουν κι άλλοι πελάτες. Λέγε να το κλείσω για σένα;”
“ δεν το συζητάω καν, δικό μου το δίωρο” είπε, ενώ πρόσεξα ότι ο Χατζηγιάννης πάλι ειχε την τιμητική του.
“οκ, αλλα κάτι ήθελες να με ρωτήσεις, στην διάθεση σας λοιπόν νυχτερινή μου επισκεπτήρια”
“άπλα ήθελα να ρωτήσω αν είσαι πάντα έτσι χειμαρρώδης , αισιόδοξος, και μεταδοτικός; δεν σου κρύβω ότι μου έχεις εξάψει την περιέργεια, και μου έχεις κεντρίσει το ενδιαφέρον”
“μμμμ....πολύ ωραία όλα αυτά βρε κορίτσι μου, αλλα από που προκύπτουν; θέλω να πω ότι δεν πιστεύω να διαφέρω απ τον μέσο όρο, όσο για την στάση μου απέναντι στην ζωή και στον άνθρωπο είναι δεδομένη από χρόνια και συνοψίζεται σε μια λέξη.
Θετική. Πριν από πέντε μήνες έχασα την μητέρα μου, αλλα δεν έχασα και δεν ξέχασα αυτό που πάντα μου έλεγε σε μένα και στα αδέρφια μου. Να βοηθάμε και δίνουμε πάντα ότι μας ζητηθεί αν βέβαια έχουμε. Λεφτά, βοήθεια φιλία, αγάπη, συμπόνοια, γέλιο. Μη ζητάμε ανταλλάγματα ούτε επιστροφή. Η ζωή είναι μια τράπεζα και κάποια στιγμή θα μας τα δώσει πίσω με τόκους.. πιστεύω και προσπαθώ να τηρώ αυτόν τον κανόνα αν και κάποιες φορές έχω προδοθεί, αλλα δεν το βάζω κάτω. Σας κάλυψα ωραία μου κυρία ;”
“Πότε θα τα πούμε να κεράσω καφεδάκι, να σε ευχαριστήσω για την δουλειά; “μου είπε.
“τι θα κάνεις θα κερασεις; πας καλά; άκου να κερασεις. Αϊ κοιμησου τώρα να είσαι φρέσκια αύριο στην συνέντευξη και θα βρεθούμε μην στεναχωριέσαι. Α να μην το ξεχάσω, δεν μιλάς αύριο για λεφτά, θα το πω και στον Βασίλη αυτό το θέμα θα το κανονίσουμε μετά, πόσα παίρνεις τώρα;
¨
“εφταπενήντα”
“οκ. Καλό βράδυ και σε ευχαριστώ που με γνώρισες” είπα και κρατιομουν με το ζόρι να μη γελάσω
“και εγώ, ...τι είπες;” ρώτησε ξαφνικά μόλις συνηδητοποιησε σε τι απάντησε.
“ Άι κοιμησου ρε, όλα θες να τα μαθαίνεις,....καλό σας βράδυ κυρία μου”
¨να σαι καλά βρε Κωστή με έκανες και γέλασα. Καλό ξημέρωμα” είπε και έκλεισε.

Ξάπλωσα αναπαυτικά στις μαξιλάρες και το βλέμμα μου έμεινε για λίγο κολλημένο σε ένα σημείο της τζαμαρίας που υπήρχε μια αντανάκλαση ενός κεριού που έκαιγε κάπου στο δωμάτιο.
Σηκώθηκα νωχελικά και πήγα ξυπόλητος μέχρι το πάσο όπου είχα φτιάξει ένα μικρο μπαράκι. Έβαλα ένα southern και περίμενα τα παιδιά. Ξημέρωνε Σάββατο και κάτι μου έλεγε ότι θα αργούσα πολύ να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: