Powered By Blogger

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009

chapter 1, part one




ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ


ΙΟΥΛΙΟΣ 2005




Ιούλιος 2005. Ημέρα Παρασκευή. Η ώρα ειχε πάει οχτωμιση. Όλοι είχαν φύγει από το γραφείο και ειχε αρχίσει για τα καλά να τρελαίνεται ο ήλιος και να παίζει με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς χρωματικών αποχρώσεων.

Κοίταξα από το παράθυρο και είδα το παρκιγκ της εταιρείας σχεδόν άδειο.

Παρατηρούσα ένα ένα τα αυτοκίνητα και προσπαθούσα να καταλάβω ποιοι άλλοι μαλάκες καθόντουσαν και δούλευαν ιουλιο μήνα μέχρι τώρα. Κατέληξα ότι ειμασταν οι ίδιοι και οι ίδιοι. Έκλεισα τον υπολογιστή και αργά άρχισα να περπατάω τα πρώτα από τα διακόσια μέτρα που με χώριζαν μέχρι το αυτοκίνητο. Δεν ξέρω αν απότομα βάρυνε η τσάντα η, η ψυχολογία μου αλλά ξαφνικά ένοιωσα ότι κάτι έλλειπε από την ζωή μου σε μεγάλο βαθμό.


Είπα μερικές καληνυχτες και βρέθηκα να οδηγώ στην αγία μαρίνας -κορωπιου και να καταπίνω ένα ένα τα έντεκα χιλιόμετρα μέχρι να βγω στην παραλιακή. Εκεί ήταν που μου ήρθε μια διάθεση να μιλήσω στον εαυτό μου.


-είσαι σαράντα πια, έχεις μια καλή δουλειά, ένα ωραίο σπίτι ασχολείσαι με πιπίνια, πας μπουζούκια κάθε δεκαπέντε, πας κάθε μήνα, ταξιδάκια, γενικά καλοπερνάς αλλά χωρίς νόημα, που θα πάει αυτό;


Στο μυαλό μου ήρθε η εικόνα που είχα πάντα, και που με οδήγησε να κάνω το βήμα του γάμου, γάμου που διέκοψα την ύπαρξή του μετά από πάροδο πέντε χρονών.

Η εικόνα ήταν δυο τρία κουτσούβελα, μια γαμάτη μανούλα και εγώ κάπου εκεί κοντά να καμαρώνω. Δυστυχώς δεν καμάρωσα ποτέ και γι αυτό μετανιώνω. Φταίμε κι οι δυο που λέει και το τραγούδι.


-τι σε έπιασε τώρα μου λες; ρώτησε μια άλλη φωνή μέσα μου, γέλασα και σκέφτηκα ότι κάπως έτσι ξεκινάνε όσοι ακούνε φωνές και βλέπουν μυγάκια.


Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει ποτέ να έχετε ένα καλό προαίσθημα γενικότερα, χωρίς κάτι συγκεκριμένο, απλά ρε παιδί μου να νοιώσεις ότι καλό θα σου συμβεί. Αυτό ένοιωσα μπαίνοντας στην παραλιακή και βλέποντας την θάλασσα. Τελικά το ζώδιο της παρθένου είναι ζώδιο του νερού; αν όχι, μαλακίες μας λένε οι πρωινατζουδες γιατί τρελαίνομαι για θάλασσα. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που αποφάσισα να μετακομίσω προς παραλία μεριά, καθότι και ερασιτέχνης ψαράς.

Ήδη σκεφτόμουν το σαββατοκύριακο που ξημέρωνε και έκανα τα πρώτα σχέδια στο μυαλό μου.


Το κινητό άρχισε να χτυπάει στον ήχο του “η πιο καλή γκαρσόνα είμαι εγώ” και κατάλαβα ότι ήταν ο προσωπικός μου ψήστης και φίλος.

-έλα ρε αργείς; να βάλω να παίζει; ακούστηκε η φωνή του Χρήστου .

-βάλε κοτόπουλο και σε δέκα φτάνω.

-πάνω η κάτω;

-κάτω.

Το πάνω η κάτω ήταν ο δικός μας κώδικας . Πάνω σήμαινε στο σπίτι μου και ότι είμαι με γκόμενα, κάτω σήμαινε στο μαγαζί στο δικό μου τραπέζι και με τον φραπέ έτοιμο να με περιμένει.

Ισως το μοναδικό σουβλατζίδικο που έκανε και φραπέ.


Έφτασα Παλαιά Φώκαια και είδα τις ψαροταβέρνες να γεμίζουν σιγά σιγά.

Έβαλα το αυτοκίνητο μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας ,και ανέβηκα γρήγορα, νοιώθοντας την ανάγκη να πετάξω από πάνω μου γραβάτες και πουκάμισα

και να κατέβω στον Χρήστο πριν πλακώσει δουλειά και δεν μπορούμε να μιλήσουμε.


Εδώ πρέπει να σας παρουσιάσω λίγο τον Χρηστάκη.

Δραπέτης απ την κόλαση της Αθήνας κι αυτός , με μια τέλεια οικογένεια, με μια γυναίκα και ένα γυιό άλλο πράγμα. Προσπαθούσε να χτίσει και να ζήσει το όνειρο του , πολεμιστής ετών 35, σκληρός χαρακτήρας με ψυχή και καρδιά που αμφιβάλω αν υπάρχει δεύτερος τέτοιος άνθρωπος.


Το μαγαζί του απ το σπίτι μου ήταν το πολύ πενήντα μέτρα. Το φραπεδάκι με περίμενε πάντα κατά περίεργο τρόπο, ότι ώρα και να έφτανα παγωμένο και τέλειο.

Γιατί αργήσαμε σήμερα;”

Αφού το ξέρεις ρε μούργο πάνω από όλα η δουλειά, μετά ο θρύλος και μετά όλοι οι άλλοι.”

Αυτή την μανία σου με το ποδόσφαιρο δεν μπορώ να την χωνέψω ρε φίλε, εγώ αν δω μπάλα στον δρόμο την πάω στο τμήμα γιατί την περνάω για νάρκη.”

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει άντρας που να μην ασχολείται με το ποδόσφαιρο και να μην είναι και gay. Τι σκατά τόσο πολύ άλλαξαν οι άντρες;

Τι κάνουν τα αγόρια;” ακούστηκε η φωνή της Λίνας. Ερχόταν προς το μέρος μας κρατώντας μια μεγάλη πιατέλα με το κοτόπουλο μου .

γιά λέει τι έχουμε για σήμερα, είπε αφήνοντας το φαΐ μπροστά μου, θα έρθει καμία κοκόνα να γελάσουμε, η μόνοι μας θα την βγάλουμε το σαββατοκύριακο;”

ρε παιδιά αν σας πω τι έπαθα σήμερα θα αρχίσετε να γελάτε, αλλά μα την παναγία που λέει και ο πατέρας μου, όταν ερχόμουν με έπιασε μια νοσταλγία για γάμο και οικογένεια. Βαρέθηκα τις γκόμενες και τα πιπίνια, και πρέπει πλέον να κοιτάξω να φτιάξω κι εγώ κανένα κουτσούβελο.”

νααααααα μαλάκα και παραλίγο να σε πιστέψω” και με μια μεγαλόπρεπη μούντζα με στόλισε κανονικά.

να σε δω με γυναίκα και παιδιά, συνέχισε απτόητος, και εγώ θα πάρω διαρκείας στο Καραϊσκάκη”είπε γελώντας.


γιατί ρε δεν με έχεις ικανό να το κάνω;” απάντησα δήθεν θιγμένος

και ικανό σε έχω και πρέπει κάποτε να το κάνεις αλλά με τα μυαλά που κουβαλάς δεν το βλέπω να γίνεται γρήγορα έως καθόλου”.

Συνέχισε να μιλάει αλλά περιέργως είχα “φύγει” και τρώγοντας έβλεπα σε fast forward την περίοδο της ζωής μου με την Αννα που ήταν και είναι μέχρι τώρα η μόνη γυναίκα που κατάφερε να με οδηγήσει στα σκαλιά της εκκλησίας . Σα να προσπαθούσα να βρω τι είχε πάει λάθος σε αυτή την σχέση.

.....κι αν δεν απεξαρτηθείς απ'τα πιπίνια δεν πρόκειται να σε δούμε ούτε γαμπρό ούτε μπαμπά. Κατάλαβες η να κάνω και κακά;”


Μαζί με τον μονόλογο άδειασα και το πιάτο.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Θα χαρακτήριζα την πρώτη αυτή ενότητα αρκετά δυναμική,μας βάζεις κατευθείαν στην δράση και το ξετύλιγμα των γεγονότων...
Προηγείται κάποια Εισαγωγή ή έτσι ξεκινάς?

kotsos43 είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Η αλήθεια ειναι οτι κάτι θα προηγηθεί αλλά το δουλεύω ακόμα.